Work Text:
«Πέσε κάτω, Νίκο!»
Ο Ανδρέας τραβάει τη σκανδάλη. Ο πρώτος πυροβολισμός. Ξέρει πως η σφαίρα έχει φύγει λίγο προς τα πάνω. Μέσα σε ένα δευτερόλεπτο: ο αντίλαλος του πυροβολισμού. Ο ένας από αυτούς, αυτός με το τσουλούφι, πέφτει κάτω. Δεν τον έχει χτυπήσει. Αν ήταν να τον έχει χτυπήσει θα ήταν στο κεφάλι και - ακόμη και από την απόσταση – θα ήταν διακριτό ένα τραύμα στο κεφάλι. Ξανά το δάχτυλο στη σκανδάλη. Αυτή τη φορά ένα τράβηγμα, στο χέρι του. Ακούγεται ο δεύτερος πυροβολισμός και η σφαίρα φεύγει προς το πλάι, χτυπάει στον τοίχο. Θα έπρεπε να είχε φύγει ευθεία, ξέρει πως θα έπρεπε να είχε φύγει ευθεία, στόχευε – αλλά το τράβηγμα. Πριν από τον τρίτο πυροβολισμό νιώθει το όπλο να πέφτει από το χέρι του, ένα τσούξιμο στον καρπό, κάνει ένα ταραγμένο βήμα προς τα πίσω. Ο ήχος από φωνές, οι πόρτες του αυτοκινήτου να κλείνουν, η μηχανή. Γυρνάει προς το πλάι να δει τι συνέβη στο όπλο του και βλέπει τον Νίκο να κρατάει το χέρι του. Το όπλο είναι στο πάτωμα.
«Τι κάνεις;» φωνάζει ο Ανδρέας. «Θα μας ξεφύγουν!»
Πάει να βουτήξει να πιάσει το όπλο αλλά ο Νίκος τον κρατάει από το χέρι. Τα ελαστικά στριγγλίζουν.
«Νίκο! Το σκάνε!»
Κάνει μια κίνηση προς τα μπροστά και ο Νίκος μπαίνει μπροστά του. Τον σπρώχνει στο στήθος. Πρέπει να έχει βάλει υπερβολική δύναμη επειδή ο άλλος άντρας πέφτει στο έδαφος, τα χέρια ακόμη δεμένα μπροστά του. Ο Ανδρέας βουτάει για το όπλο και, πεσμένος στο πάτωμα όπως είναι, σημαδεύει ξανά. Η σφαίρα χτυπάει στον προφυλακτήρα, στο δρόμο, στο δρόμο. «Σκατά!» φωνάζει. Η επόμενη σφαίρα στο δρόμο, στο δρόμο, στο δρόμο. Το όπλο κάνει ένα κλικ, δεν ρίχνει άλλο. Έχει αδειάσει. Πατάει ξανά τη σκανδάλη. Ξανά. «Σκατά! Σκατά!» Πετάει με δύναμη το όπλο του στο πλακόστρωτο, το βλέπει να αναπηδάει. Ήταν τόσο κοντά. Τόσο κοντά. Θα μπορούσε –
Το αυτοκίνητο έχει εξαφανιστεί στη γωνία.
Αφήνει μερικά δευτερόλεπτα να περάσουν, την ανάσα του να επιστρέψει στο φυσιολογικό ρυθμό της. Νιώθει έναν πόνο να φουντώνει στον αγκώνα, στη μέση, στο πλάι του μηρού του, στα σημεία που ακούμπησε όταν προσγειώθηκε στο έδαφος. Σκατά. Στηρίζεται στις παλάμες και σηκώνεται. Ο Νίκος εξακολουθεί να είναι στο έδαφος πιο δίπλα, πεσμένος στο πλάι, έχει ανασηκωθεί στον έναν αγκώνα και τον κοιτάει.
«Γιατί το έκανες αυτό;» φωνάζει ο Ανδρέας προς το μέρος του. Κουνάει με μια απότομη κίνηση τα χέρια. «Ήταν τόσο κοντά. Μέχρι να σύρουν τον πεσμένο στο αμάξι θα τους είχα προλάβει».
Ο Νίκος δεν απαντάει. Τον κοιτάει μόνο.
Περνάει ένα χέρι μέσα από τα μαλλιά του. Κλωτσάει τον αέρα. Θα μπορούσε να είχε τελειώσει με αυτή την ιστορία. Εδώ και τώρα. Σηκώνει πρώτα το όπλο και το βάζει πίσω στη θέση του, μέσα από το σακάκι. Ύστερα πλησιάζει τον Νίκο. Έχει ένα περίεργο ύφος στο πρόσωπο του. Σαν – σαν… Ο Ανδρέας νιώθει να βράζει. Σκύβει και βάζει δυο χέρια κάτω από τους αγκώνες του, τον βοηθάει να σηκωθεί.
Και ύστερα τον αγκαλιάζει.
-
Επιστρέφουν στο σπίτι του Ανδρέα. Λογικά ο Νίκος θα ένιωθε πιο άνετα να γυρίσει στο δικό του διαμέρισμα, ωστόσο, δεν ξέρουν ακόμη πως κατάφεραν να τον βρουν αυτοί οι δύο. Καλύτερα να μην το ριψοκινδυνέψουν. Αν έχουν εντοπίσει το σπίτι του δηλαδή. Σκατά, σκέφτεται ο Ανδρέας, πως μπορούν να είναι τόσο καλοί στο να τους εντοπίζουν; Τότε, στο δικό του σπίτι, που είχε ανοίξει την πόρτα, να βρεθεί μπροστά σε πέντε φαντάσματα. Θυμάται εκείνο τον πυροβολισμό, στην πολυκατοικία, στη μέση πυκνοκατοικημένης περιοχής. Πάλι είχε αστοχήσει τότε.
Σε όλη τη διαδρομή δεν μιλάνε. Ο Ανδρέας οδηγεί, νιώθοντας το σώμα του να καίει. Η λαβή του στο τιμόνι είναι υπερβολικά σφιχτή, οι αρθρώσεις του λευκές. Από δίπλα, στη θέση του συνοδηγού, ο Νίκος επίσης κάθεται αμίλητος, το πρόσωπο του στο τζάμι, να τρίβει το σημείο στους καρπούς του που ήταν δεμένα τα σκοινιά. Ο Ανδρέας τον παρακολουθεί σε όλη τη διαδρομή να κάνει αυτή την κίνηση. Τα απομεινάρια των σκοινιών είναι πεσμένα στο πίσω κάθισμα. Σε κάποιο φανάρι απλώνει το χέρι του και πιάνει τον καρπό του Νίκου, για λίγο.
«Σου συμπεριφέρονταν καλά;» ρωτάει. Θα μπορούσε να είχε ρωτήσει πόσα άλλα πράγματα: πως σε βρήκαν; τι τους είπες; γιατί με σταμάτησες; «Όσο ήσουν εκεί», λέει. «Σου συμπεριφέρονταν καλά;»
Ο Νίκος κουνάει το κεφάλι.
Όταν γυρνάνε σπίτι του φτιάχνει μια κούπα καφέ. Τον βάζει να βγάλει το σακάκι, τα παπούτσια δίπλα στην πόρτα, του δείχνει να κάτσει στον καναπέ. Ο Ανδρέας ελέγχει πως δεν τους ακολούθησε κανένας από το παράθυρο, κλειδώνει την πόρτα, κρύβει το όπλο μέσα στο συρτάρι. Θα πρέπει να δουν τι θα κάνουν με το διαμέρισμα του Νίκου, να βρουν ένα νέο μέρος. Διακριτικά. Δεν πρέπει να μάθει ο Παυρινός τίποτε για όλο αυτό. Όλο αυτό το – το φιάσκο. Αυτή την ανικανότητα. Να του γλιστρήσουν έτσι, μια ακόμη φορά, μέσα από τα δάχτυλα. Αυτοί – αυτοί οι τιποτένιοι, οι ανίκανοι. Ανίκανος και ο ίδιος. Αισθάνεται ήδη τον Παυρινό να του στριγγλίζει. Λες και είναι εκεί.
«Δεν ήταν μόνο αυτοί οι δύο», λέει ο Νίκος όταν επιστρέφει ξανά στο σαλόνι. Κοιτάει την κούπα του περίεργα, τη γυρίζει λίγο στα χέρια.
«Ποιοι άλλοι;»
«Με είχαν σε ένα σπίτι», λέει ο Νίκος. «Διαμέρισμα. Δεν ξέρω περιοχή. Ξύπνησα εκεί και όταν με έβγαλαν σήμερα μου έδεσαν τα μάτια».
«Εντάξει», απαντάει ο Ανδρέας.
«Δυο γριές ακόμη ήταν». Πίνει μια γουλιά. «Μια που τραγουδούσε».
«Γριά;»
«Όχι νέα, νομίζω. Και μια ακόμη. Μια – Αυτή με χτύπησε με το αυτοκίνητο. Πρέπει να ήταν το δικό της διαμέρισμα που με έβαλαν. Είχε – ». Κουνάει το κεφάλι. «Ανδρέα, νομίζω αυτή η ιστορία δεν θα καταλήξει καλά».
Αυτό τον κάνει να ανασηκωθεί λίγο στην καρέκλα του. Ήξερε τις απόψεις του για την συγκεκριμένη υπόθεση μέχρι στιγμής: οι βρωμοδουλειές του Παυρινού, έχουμε σημαντικότερα πράγματα να ασχολούμαστε, είναι τυχεροί, ο Παυρινός δεν σου δίνει όλες τις πληροφορίες και σε βρίσκουν απροετοίμαστο. Αλλά. Ο τρόπος που το λέει τώρα: δεν θα καταλήξει καλά. Έχουν βρεθεί σε χειρότερες καταστάσεις αμφότεροι. Καταστάσεις με όπλα στους κροτάφους τους, με απειλές, μπλεγμένοι σε υποθέσεις με ανθρώπους που έχουν δύναμη και εξουσία. Και τώρα πέντε ανθρωπάκια. Και δυο γριές. Και μια που τραγουδούσε. Και μια άλλη, που τον χτύπησε με το αυτοκίνητο… Αυτά; Μπροστά στο τι έχουν περάσει;
«Τι σου έκαναν;» ρωτάει τελικά επειδή… Επειδή αυτό βγάζει νόημα. Αν του έκαναν, ό,τι του έκαναν. Δεν αλλάζεις στάση έτσι απλά.
«Με τάισαν ντολμαδάκια», απαντάει ο Νίκος. «Με έβαλαν να χάνω στο τάβλι. Με ανάγκασαν να ακούω αυτή την τρελή με τα τραγούδια για ένα ολόκληρο βράδυ. Με χτύπησαν με μια μυγοσκοτώστρα».
«Μυγοσκοτώστρα;»
«Ναι». Ο Νίκος γνέφει. «Η μια γριά. Βάλανε κουκούλες αντί να μου κλείσουν τα μάτια. Μετά με χτύπησε με μια μυγοσκοτώστρα».
«Δεν καταλαβαίνω…», λέει ο Αντρέας. Μια μυγοσκοτώστρα; Αυτό τον λύγισε;
«Και ήταν χεσμένοι πάνω τους σε όλη την πορεία». Πίνει άλλη μια γουλιά από τον καφέ. «Αυτός ο – ο Σπύρος, με τα γυαλιά, την πρώτη φορά που πήγε να με ταΐσει παραλίγο να βάλει τα κλάματα».
Για μια στιγμή αναρωτιέται αν ο Νίκος έχει υποστεί κάποιου είδους σοκ. Αυτό το χαμόγελο που έχει πάρει τώρα δεν είναι φυσιολογικό. Ούτε οι ασυναρτησίες που λέει. Μυγοσκοτώστρες, γριές με κουκούλες, μια τρελή που τραγουδάει. Όμηρος ήταν τόσες μέρες, δεν είχε πάει στο τσίρκο.
«Κάτι ανθρωπάκια είναι, Ανδρέα», λέει. «Κάτι – κάτι μύγες, συμπεριφέρονταν σαν παιδάκια».
«Γι’αυτό έπρεπε να τους είχαμε αποτελειώσει σήμερα», κάνει ο Ανδρέας, σκύβοντας λίγο μπροστά. «Χάνουμε το χρόνο μας μαζί τους. Έναν τους να είχα πετύχει σήμερα, Νίκο, έναν τους, θα τους είχαμε όλους. Θα τελειώναμε με αυτό».
Ο Νίκος κουνάει το κεφάλι.
«Με πιάσανε όμηρο».
«Ακριβώς», κάνει ο Ανδρέας. «Και γι’αυτό δεν μπορούμε να τους αφήνουμε να τριγυρνάνε έτσι ανενόχλητοι. Πρέπει να τελειώνουμε μαζί τους».
«Όχι, Ανδρέα. Θέλω να πω: είναι ανθρωπάκια, ένα τίποτε και με έπιασαν όμηρο. Όταν τους είχες στο χέρι, ένα βήμα πριν τους παραδώσεις στον Παυρινό και με έπιασαν όμηρο. Και το κάνουν συνέχεια: στην αποθήκη, στο νοσοκομείο. Τους δέσαμε στις ράγες του τρένου και κατάφεραν να επιβιώσουν. Φτάνουμε ένα βήμα πριν τους πιάσουμε και ξεφεύγουν. Συνέχεια. Ξανά και ξανά. Έχουμε καταφέρει να βγάλουμε από τη μέση τόσο κόσμο. Κόσμο με δύναμη, κόσμο με ικανότητες, πολιτικούς, δολοφόνους, μέλη της μαφίας. Και αυτοί οι πέντε; Αυτά τα ανθρωπάκια; Μας ξεφεύγουν κάθε φορά. Κάθε γαμημένη φορά».
«Είναι τυχεροί», απαντάει ο Ανδρέας αλλά είναι σιωπηλό, μικρό. Νιώθει περίεργα τις λέξεις του αυτή τη στιγμή, λες και δεν έχουν απομείνει άλλες στο λαιμό του.
«Ναι, είναι. Αλλά». Ο Νίκος αναστενάζει. «Ίσως να είναι κάτι άλλο».
«Κάτι άλλο; Τι άλλο;» Μετακινείται λίγο στην καρέκλα του. «Άκουσες κάτι; Πως δουλεύουν για κάποιον άλλον; Ξέρουμε πως δεν δουλεύουν για κάποιον».
«Όχι, δεν νομίζω – όχι αυτό».
«Τότε;»
«Δεν ξέρω», λέει ο Νίκος και σηκώνεται όρθιος. Ακούγεται αγανακτισμένος. Αφήνει τον καφέ του στο τραπέζι και ο Ανδρέας αποφασίζει να επικεντρώσει την προσοχή του εκεί, να μην τον κοιτάει όσο προχωράει στο σαλόνι. «Δεν ξέρω», επαναλαμβάνει.
«Δεν καταλαβαίνω», λέει ο Αντρέας, σιγά. «Τι εννοείς δεν ξέρεις;»
«Δεν ξέρω». Ανάσα. «Είναι – είναι. Δεν ξέρω».
«Είσαι εκνευρισμένος», λέει τελικά ο Ανδρέας και σηκώνει το κεφάλι. Ναι, αυτό είναι. «Επειδή σε έπιασαν. Επειδή δεν έχουμε καταφέρει να – »
«Όχι», τον διακόπτει. «Δηλαδή, ναι. Αλλά. Ανδρέα, δεν γίνεται. Δεν γίνεται! Όλα αυτά δεν μπορεί να είναι απλή τύχη! Αυτή η – Αυτή που με χτύπησε με το αμάξι, όταν με έβαζε στο διαμέρισμα συνήλθα λίγο. Δεν είχα τις αισθήσεις μου αλλά άκουγα πράγματα, την άκουσα που μονολογούσε. Δεν το φαντάστηκα, Ανδρέα. Δεν – Έκανε λες και – σαν να μην ήξερε ποιος ήμουν. Κάτι έλεγε για το δίπλωμα της. Κάτι πως χτύπησε και άλλον, πως θα της πάρουν το δίπλωμα. Δεν ήξερε ποιος ήμουν, Ανδρέα. Δεν με χτύπησε επίτηδες».
Αυτό κάνει έναν κόμπο να δεθεί στο στομάχι του Ανδρέα. Μια ναυτία. Σηκώνεται και εκείνος όρθιος, τον πλησιάζει, πιάνει το χέρι του στον καρπό.
«Ηρέμησε», του λέει. «Το είπες και μόνος σου. Δεν είχες τις αισθήσεις σου».
Ο Νίκος κουνάει το κεφάλι.
«Ξέρω τι άκουσα», του λέει. «Τα σκεφτόμουν όσο με είχαν δεμένο. Δεν γίνεται όλα αυτά να είναι τυχαία. Δεν – Ξέρεις πως δεν πιστεύω πολύ σε όλα αυτά: το Θεό, τη μοίρα. Αλλά».
«Νίκο – »
«Πριν η μητέρα μου αρρωστήσει, ξέρεις, έβλεπε όνειρα. Άσχημα όνειρα. Ήταν σαν να την προειδοποιούσαν για το τι έρχεται. Γι’αυτό έκανε τις εξετάσεις της πιο νωρίς και το βρήκαμε όσο ήταν σε αρχικά στάδια».
«Έκανε τις εξετάσεις της επειδή πονούσε», ψιθυρίζει ο Ανδρέας. «Όλα αυτά – »
«Το ξέρω», κάνει τελικά ο Νίκος. Κουνάει το κεφάλι. «Αλλά άκουσε με. Δεν έπρεπε να είχαμε μπλέξει με αυτούς τους ανθρώπους. Δεν θα καταλήξει καλά».
«Αλλά τώρα έχουμε μπλέξει», απαντάει τελικά ο Ανδρέας. Δεν έχει αφήσει τον καρπό του. «Πρέπει να το τελειώσουμε».
Ο Νίκος κουνάει ξανά το κεφάλι.
«Θυμάσαι τότε στο νοσοκομείο», λέει τελικά. «Εκείνη την ξανθιά, με το μάτι;»
«Που μιλούσε περίεργα».
«Ναι, αυτή», κάνει ο Νίκος. «Καλύτερα να πας αύριο να βρούμε πως την λένε».
-
Το βράδυ δυσκολεύεται να κοιμηθεί. Δεν έχει κοιμηθεί γενικά αυτές τις μέρες, όσο έλειπε ο Νίκος, όσο, όσο. Αλλά περίμενε πως τώρα, μετά την ανταλλαγή θα ηρεμούσε κάπως. Περίμενε πως ίσως και να είχε καταφέρει να τους πιάσει κιόλας. Το δεύτερο δεν συνέβη. Ούτε και το πρώτο. Κάθεται στο κρεβάτι και γυρίζει όλο το βράδυ. Τους βλέπει στον ύπνο του, δεμένους στο υπόγειο, δεμένους στην αποθήκη, δεμένους στις ράγες, να τον περιγελούν, βλέπει τα σκοινιά να λύνονται από τους καρπούς τους και να τον πλησιάζουν, να τον τυλίγουν, να τον σφίγγουν. Ξυπνάει στον ιδρώτα και σηκώνεται προσεκτικά από το κρεβάτι, να μην ενοχλήσει τον Νίκο.
Στην κουζίνα βάζει ένα ποτήρι νερό. Σκέφτεται τι να κάνουν αυτοί οι πέντε τώρα, αν αυτός με το τσουλούφι έχει συνέλθει από το σοκ. Τον είχε χτυπήσει και στη μύτη όταν τους πρωτοέπιασε, το αίμα του πηχτό στην πετσέτα όταν τους πέταξαν στο υπόγειο. Το ύφος στο πρόσωπο του όταν του έδωσε το χτύπημα – χα – δεν θα είχε χτυπήσει ποτέ ξανά έτσι, στο πρόσωπο, να του ανοίξει η μύτη. Έτσι μικροκαμωμένος που είναι, δεν θα’χει μπλέξει ποτέ του σε καυγά. Και ο πατέρας του, τον θυμάται ο Ανδρέας τον πατέρα του από τη Μύκονο, ο παράλογος με το Πολυτεχνείο, δεν φαινόταν άνθρωπος που σηκώνει χέρι.
Ίσως και εκείνος να είχε καταλήξει έτσι. Αν δεν σήκωνε χέρι ο πατέρας του. Αν δεν έμπλεκε σε καυγάδες. Αν δεν βρισκόταν σε τέτοια απελπιστική ανάγκη για λεφτά τότε, όταν άρχισε να πιάνει δουλειές. Αν δεν είχε μπλέξει με τον Παυρινό. Ένας κύκλος κατά κάποιο τρόπο, από τον πατέρα του στον Παυρινό και τώρα αυτό: όλα αυτά τα γεγονότα που εξελίσσονται πολύ πιο γρήγορα από τον ίδιο. Είναι παράλογο να φοβάται τον Παυρινό ακόμη. Τον κρατάει στο χέρι άλλωστε. Αν άνοιγε το στόμα του το ποτάμι θα τους παρέσερνε και τους δυο. Μόνο που τον Παυρινό θα τον πέταγε στη θάλασσα και θα τον άφηνε ίσως να κολυμπήσει ως την ακτή. Τον Ανδρέα απλώς θα τον έθαβε κάτω από το βούρκο. Ξέρει πως δεν παίζουν δίκαιο παιχνίδι μεταξύ τους. Καμιά φορά, όταν σηκώνει τη φωνή, όταν πετάει το ποτήρι με το ουίσκι, του θυμίζει υπερβολικά πολύ τον πατέρα του. Αυτό είναι ο άλλος λόγος για τον οποίο το παιχνίδι δεν είναι δίκαιο.
Μερικές φορές σκέφτεται πως, αν ήταν σίγουρος πως δεν θα τον επηρέαζε καθόλου, αν ήταν σίγουρος πως δεν θα κατέληγε στη φυλακή, αν ήταν σίγουρος πως θα είχε δουλειά την επόμενη μέρα, τότε, ίσως, και να ήταν καλύτερο να νικήσουν αυτοί οι πέντε. Και άλλες φορές σκέφτεται πως τα ‘αν’ σε αυτή την πρόταση είναι υπερβολικά πολλά.
-
Όταν ξημερώνει πηγαίνει στο νοσοκομείο. Στον κατάλογο με τις εισαγωγές υπάρχει μια λευκή γραμμή.
-
Όταν γυρνάει σπίτι ο Νίκος δεν είναι στο σαλόνι. Ούτε στην κρεβατοκάμαρα, ούτε στην κουζίνα, ούτε στο μπάνιο. Τον βρίσκει στο μπαλκόνι, να καπνίζει με τους αγκώνες ακουμπισμένους στο κιγκλίδωμα. Φοράει ένα ζευγάρι δικές τους πιτζάμες και του είναι μικρές, οι αστράγαλοι του είναι έξω.
«Ξέρεις», λέει ο Ανδρέας καθώς τον πλησιάζει. «Επιτρέπεται το κάπνισμα μέσα στο σπίτι».
Ο Νίκος του χαμογελάει και γυρνάει στο πλάι ώστε να στέκονται αντικριστά. Προσφέρει τσιγάρο. Τα δάχτυλα τους αγγίζουν λίγο όταν του το ανάβει και ο Ανδρέας τραβάει μια βαθιά ρουφηξιά, αισθάνεται τον καπνό να κατεβαίνει στα πνευμόνια του, να τον γεμίζει. Εκπνέει και κρατάει το τσιγάρο ανάμεσα στα δάχτυλα.
«Λοιπόν;» ρωτάει ο Νίκος και τον μιμείται.
Λοιπόν. Εδώ είμαστε, σκέφτεται. Δεν έχει σταματήσει να σκέφτεται αυτή την άγραφη γραμμή χαρτιού από τότε που έφυγε από το νοσοκομείο. Το ύφος της Ντίνας όταν του την έδειχνε, το ελαφρύ τρέμουλο στα δάχτυλα της καθώς έκλεινε το βιβλίο και το έχωνε ξανά στο συρτάρι του. Δεν ήταν ποτέ προληπτική, δεν πίστευε στη μοίρα και στο θείο και στις δεισιδαιμονίες. Κι όμως, ο τρόπος που τον κοίταξε εκείνη τη στιγμή. Το τίναγμα στη φωνή της. Είχε ανατριχιάσει ολόκληρος και χρειάστηκε να κάνει δυο βόλτες το τετράγωνο πριν καταφέρει να μπει στο αμάξι για να γυρίσει. Ούτε και εκείνος πίστευε, αλλά…
«Δεν ξέρουμε όνομα», λέει.
Ο Νίκος ανασηκώνει τα φρύδια του.
Όσο του εξηγεί νιώθει μια ανατριχίλα να ανεβαίνει στην πλάτη του, να απλώνεται. Μια κενή γραμμή, σαν να μην γράφτηκε ποτέ. Παρακολουθεί το πρόσωπο του Νίκου όσο του εξιστορεί αλλά δεν μπορεί να δώσει νόημα στις αντιδράσεις του. Είναι σκεπτικός, αυτό είναι ξεκάθαρο. Όταν σταματάει να μιλάει ο Νίκος γνέφει, τραβάει μια τζούρα απ’το τσιγάρο.
«Λογικά δεν είναι τίποτε», λέει ο Ανδρέας. Ακόμη και στα δικά του αυτιά ακούγεται περίεργο. Η χθεσινή συζήτηση φταίει. Αν δεν την είχαν κάνει δεν θα είχε τόσες αμφιβολίες.
«Το πιστεύεις αυτό;» ρωτάει ο Νίκος.
Ο Ανδρέας ανασηκώνει τους ώμους. Η εναλλακτική δεν είναι πιο πιστευτή. Δεν ξέρει καν ποια είναι η εναλλακτική. Ένα φάντασμα; Κάποιο πνεύμα;
«Αμαλία», λέει τελικά ο Νίκος. «Την λένε Αμαλία».
Τον ξαφνιάζει λίγο.
«Αν το ήξερες γιατί με έβαλες να ψάξω;» τον ρωτάει.
Ο Νίκος έχει γυρίσει τώρα, έχει βάλει πάλι τους αγκώνες στο κιγκλίδωμα. Από κάτω τους ο δρόμος είναι άδειος.
«Το φαντάστηκα πως δεν θα έβρισκες τίποτε», εξηγεί. «Αυτή ήταν που με έβαλε σε σκέψεις ξέρεις». Φέρνει για μια ακόμη φορά το τσιγάρο στα χείλη. Ο Αντρέας τον αφήνει να συνεχίσει.
«Νόμιζα ότι ήταν χαζή. Την είχαν αφήσει να με προσέχει το ένα βράδυ. Συνήθως δεν με άφηναν μόνο μαζί της, ούτε και εκείνοι δεν την εμπιστεύονταν πολύ. Κάποιο μπέρδεμα πρέπει να έγινε. Τέλος πάντων, κάθισε μαζί μου και μιλούσε. Μόνη της μην φανταστείς. Ή τουλάχιστον αυτό νόμισα εκείνη τη στιγμή. Άρχισε να μου λέει για τους άλλους πέντε. Θυμάσαι στην αποθήκη; Αυτή με τις γριές τους έβγαλαν από εκεί. Στο νοσοκομείο; Δήθεν τυχαία βρέθηκε στο δωμάτιο της μουγκής. Και στο τρένο αυτή ήταν που τους έσωσε. Πάτησε κατά λάθος το φρένο μου είπε».
«Τι σημαίνει αυτό;»
«Δεν ξέρω», απαντάει ο Νίκος. «Πάμε μέσα;»
Ο Ανδρέας σβήνει το τσιγάρο του στο κάγκελο και το πετάει από το μπαλκόνι. Ο Νίκος ρίχνει το δικό του στο τασάκι και προχωράει μέσα. Είναι ωραία μέρα, ο ουρανός είναι καθαρός και ο Ανδρέας σκέφτεται πως είναι καλός καιρός για περπάτημα, θα μπορούσε να πάει μια βόλτα, να καθαρίσει τις σκέψεις του. Όταν μπαίνει μέσα ο Νίκος φέρνει τα φυλλάδια από μια πιτσαρία και παραγγέλνουν μεσημεριανό. Είναι παράταιρο να κάθονται έτσι, στην κουζίνα, μέσα σε όλα και να τρώνε πίτσα. Υπήρχαν μέρες που γυρνούσε σπίτι αφότου έριξε δηλητήριο στο ποτό κάποιου ή αφού πείραξε τα φρένα κάποιου άλλου ή αφού έδεσε κάποιους σε μια αποθήκη, στις ράγες ενός τρένου για να πεθάνουν. Εκείνες τις μέρες καθόταν για φαγητό το μεσημέρι και τίποτε δεν έμοιαζε περίεργο. Τώρα τα πάντα είναι σουρεαλιστικά. Ο Νίκος γλείφει τα δάχτυλα του και λέει:
«Ξέρεις, όταν τελειώσει όλο αυτό, ο Παυρινός θα προσλάβει κάποιον να σε βγάλει από τη μέση».
Το είχε κάνει ήδη. Δεν δούλεψε. Ο Ανδρέας είναι προετοιμασμένος τώρα, ξέρει να μην τον εμπιστεύεται. Προς το παρόν είναι μπλεγμένοι με την ίδια κλωστή σε αυτή την ιστορία αλλά μόλις – αν – λυθούν, σημασία θα έχει το ισοζύγιο. Που είναι η δύναμη. Προς τα που γέρνει η ζυγαριά.
«Και θα τον καθαρίσω όπως έκανα και με τον προηγούμενο», απαντάει τελικά. Αλλά δεν είναι καθόλου σίγουρος για αυτό. Την προηγούμενη φορά τα πράγματα ήταν αλλιώς, οι μεταβλητές πολλές: εκείνος, οι άλλοι πέντε.
«Ξέρεις υπερβολικά πολλά», λέει τελικά ο Νίκος. «Και μαζί σου και εγώ».
«Αν φοβάσαι για το τομάρι σου», του απαντάει, παίρνοντας ένα ακόμη κομμάτι, «να ξέρεις πως δεν χρειάζεται. Ο Παυρινός είναι δικό μου θέμα».
«Δεν φοβάμαι για αυτό». Κουνάει το κεφάλι. Κάθονται στην κουζίνα και τα πόδια τους ακουμπάνε λίγο κάτω από το τραπέζι. «Δεν νομίζω πως θα καταλήξουμε εκεί. Ο Παυρινός είναι τελειωμένος».
Να μια γενναία πρόταση, σκέφτεται ο Ανδρέας και τον κοιτάει.
«Γι’αυτό ήθελα να πας στο νοσοκομείο», εξηγεί ο Νίκος. «Αυτή η – η Αμαλία, δεν είναι φυσιολογική. Αυτό που αντιμετωπίζουμε δεν είναι φυσιολογικό».
Ο Ανδρέας ξέρει τι είναι αυτό που αντιμετωπίζουν. Πέντε περίεργοι τύποι που είναι τυχεροί. Αυτό. Τίποτε άλλο. Πέντε τυχεροί περίεργοι τύποι. Και μια λευκή γραμμή σε έναν κατάλογο νοσοκομείου. Και όλα τα άλλα.
«Ανδρέα, θέλω – ». Σταματάει. «Δεν υπάρχει εκδοχή αυτής της ιστορίας στην οποία έχουμε καλό τέλος. Το βλέπω τώρα».
Είναι η ήττα στον τόνο που κάνει τον Ανδρέα να κομπιάσει. Ξέρει τι θα του απαντούσε σε διαφορετικές συνθήκες: η μοναδική εκδοχή της ιστορίας που υπάρχει είναι αυτή που πιάνουμε αυτούς τους πέντε και τους δίνουμε στον Παυρινό, είναι αυτή που θα πρέπει να αρχίσουμε να προβληματιζόμαστε για το τι θα κάνουμε όταν δεν θα μας έχει ανάγκη. Αλλά όχι. Δεν μπορεί να το πει αυτό. Προσπαθεί. Ανοίγει το στόμα για να προφέρει τις λέξεις. Κολλάνε. Ο Νίκος τον κοιτάει καθώς παλεύει με τη γλώσσα του και μετά συνεχίζει.
«Έχουν κάτι με το μέρος τους. Δεν ξέρω τι είναι. Το σύμπαν, τη μοίρα».
«Νίκο, δεν – »
«Δεν υπάρχουν τέτοια πράγματα;» τον διακόπτει. «Πως τα εξηγείς όλα αυτά τότε;»
«Είναι – ». Τον κοιτάει για λίγο και μετά αναστενάζει. Όντως όσα συμβαίνουν είναι περίεργα, όταν τα κοιτάς σε ένα σύστημα, όταν βλέπεις τη μεγάλη εικόνα. Να βρεθούν μια φορά στο σωστό σημείο, τη σωστή στιγμή; Τύχη. Να συμβαίνει συνέχεια; Ξανά και ξανά. Καταλαβαίνει τι εννοεί ο Νίκος. Αλλά από την άλλη. «Νίκο», του κάνει, ψιθυρίζοντας. «Δεν είναι ντροπή που σε έπιασαν. Δεν χρειάζεται να – »
Αυτό τον κάνει να τινάξει το κεφάλι.
«Αυτό πιστεύεις;» ρωτάει. «Πως ντρέπομαι που με έπιασαν δυο τυχαίοι; Και τα βγάζω από το μυαλό μου;» Ο Ανδρέας τον κοιτάει. Όχι, δεν το πιστεύει. Αλλά. «Ξέρεις πως κάτι είναι λάθος σε όλο αυτό. Και αυτό που σκέφτομαι είναι: δεν θα καταλήξει καλά για εμάς όλο αυτό».
» Νομίζω είμαστε στη λάθος πλευρά της ιστορίας. Δεν γίνεται να έχουν με το μέρος τους όλες αυτές τις – δεν ξέρω τι είναι, αλλά ό,τι και αν είναι τους προστατεύει. Φτάνoυν στο χείλος του γκρεμού και μετά σώζονται. Κάθε φορά. Τίποτε από όλα αυτά δεν μου μοιάζουν τυχαία. Θα τους βρουν Ανδρέα, και τον Παυρινό και όλους τους άλλους που ήταν μαζί του. Και όταν τους βρουν, ο Παυρινός δεν θα δείξει το παραμικρό ενδιαφέρον για σένα, για μένα, για κανέναν. Το τομάρι του θα κοιτάξει, όπως κάνουν όλοι. Σε πληρώνει τώρα επειδή του είσαι χρήσιμος, όταν σταματήσει να σε χρειάζεται, κερδίσει, χάσει, θα του είσαι εμπόδιο και θα σε βγάλει από τη μέση. Είμαστε αναλώσιμοι».
«Ωραία!» κάνει ο Ανδρέας και χτυπάει το χέρι του στο τραπέζι. Του ξεφεύγει, δεν το ελέγχει. «Και τι θέλεις να κάνω; Στην περίπτωση που έχεις δίκιο, που – που έχουν τη μοίρα με το μέρος τους ή το Θεό ή ό,τι νομίζεις. Τι θέλεις; Να εγκαταλείψω από τώρα; Να πάω στην αστυνομία να τους πω να μου βάλουν χειροπέδες; Θέλεις μήπως να βάλω ένα πιστόλι στον κρόταφο; Τι θέλεις;»
Η αναπνοή του Ανδρέα βγαίνει κοφτή και για μια στιγμή, για ένα δευτερόλεπτο, θέλει να σηκωθεί όρθιος, να αναποδογυρίσει το τραπέζι, να βρει το όπλο του και να γυρίσει όλη την Αθήνα πόρτα-πόρτα, να τους βρει και να αδειάσει το γεμιστήρα του στα κεφάλια τους. Θέλει – Δεν ξέρει τι θέλει. Κοιτάει το Νίκο και ο Νίκος δεν μιλάει και μια ιδέα αρχίζει να γεμίζει το στομάχι του, ρευστή σαν γλίτσα.
«Θέλεις να σταματήσω να τους κυνηγάω», λέει τελικά και πέφτει πίσω στην καρέκλα του.
Ο Νίκος δεν μιλάει για λίγο.
«Νομίζω», λέει τελικά. «Πως σε αυτό το παιχνίδι θα υπάρξουν νικητές και χαμένοι. Και νομίζω πως, ό,τι και να κάνουμε, δεν θα είμαστε στη μεριά των νικητών».
«Και τι σημαίνει αυτό;» ρωτάει ο Ανδρέας. «Έχουμε μια καλή ζωή, Νίκο. Έχουμε λεφτά, έχουμε δουλειά. Αν τους αφήσουμε να αλωνίζουν έτσι στην καλύτερη θα καταλήξουμε στη φυλακή και στη χειρότερη… Ούτε μπορούμε να φύγουμε από τη χώρα και να κρυφτούμε. Τα λεφτά δεν είναι αρκετά και όλα μου τα μέσα είναι από τον Παυρινό, δεν θα μας αφήσει έτσι».
«Δεν σου λέω να φύγουμε», απαντάει ο Νίκος. Τον κοιτάει στα μάτια τώρα, αποφασιστικά.
«Και τι μου λες;» Οπτική επαφή, δευτερόλεπτα. Ο Ανδρέας τον ξέρει αρκετά καλά, τον ξέρει τόσο καλά, τόσο - «Όχι», κάνει γιατί καταλαβαίνει. Καταλαβαίνει τι θέλει να πει. Που πήγαινε τόση ώρα αυτή η συζήτηση. «Αυτό είναι ηλίθιο. Αυτό είναι απλά – »
«Επιβιώνουν, Ανδρέα. Κάθε φορά, επιβιώνουν».
Και τι - ;
«Ξέρεις», κάνει ο Νίκος, «πάντα δικαιολογούσα τις πράξεις μου. Ξέρω πως κάνεις και εσύ το ίδιο. Είναι δικές τους βρωμοδουλειές. Εμείς είμαστε απλώς τα εκτελεστικά τους όργανα. Δεν μπορείς να κατηγορήσεις το όπλο που κάνει τη δουλειά του, αυτό που έχει σημασία είναι το ποιος τραβάει την σκανδάλη. Και, οι δουλειές που είχαμε πάντα… Πολιτικοί, δικηγόροι, άνθρωποι με εξουσία, εγκληματίες όλοι τους. Αλλά τώρα. Κάτι προστατεύει αυτούς τους πέντε και τους προστατεύει επειδή κάνουν το σωστό. Ο Παυρινός το αξίζει».
Ο Ανδρέας καγχάζει. Προφανώς και το αξίζει. Αυτό το λαμόγιο. Αν δεν ήταν όλα τα άλλα, η δική του εμπλοκή, τα λεφτά, όλα τα ‘αν’, τι δεν θα έδινε να τον δει κάτω από το χώμα.
Αλλά δεν προλαβαίνει να το αναλογιστεί περαιτέρω επειδή ο Νίκος σηκώνεται και το παντελόνι του είναι μικρό στους αστραγάλους και έχει λίγη σάλτσα στην άκρη των χειλιών του και ο Ανδρέας σκέφτεται σκατά, σκατά, σκατά. Όλα όσα του λέει τώρα δεν είναι ασυναρτησίες, δεν είναι υπερβολές, τα έχει σκεφτεί καλά, πέρασε ώρες ατελείωτες στο διαμέρισμα εκείνης της – εκείνης της Αμαλίας, να τα αναλογίζεται και να τα ζυγίζει. Αλλά για τον Ανδρέα είναι τόσο πολλά, ξαφνικά, δεν γίνεται να τα χωρέσει όλα. Ξέρει, όμως, πως ο Νίκος σηκώνεται και αγγίζει λίγο τον ώμο του και λέει:
«Θα πάω να μείνω στη μητέρα μου για λίγες μέρες». Ο Ανδρέας τον κοιτάει. Δεν είναι θυμωμένος μαζί του ξέρει, τον αφήνει να περάσει και τις δικές του ώρες σκέψεις. Σκατά, σκατά. Τώρα που του έχουν μπει αυτές οι σκέψεις δεν μπορεί να τις αγνοήσει. Τις αμφιβολίες.
Περιμένει το Νίκο να φύγει και ύστερα κλωτσάει το τραπέζι.
-
Να τι πιστεύει ο Ανδρέας για την ηθική. Ή ίσως, καλύτερα, να τι δεν πιστεύει. Δεν πιστεύει στο καλό και στο κακό. Δεν πιστεύει στο Θεό. Δεν πιστεύει στη μοίρα, στο κάρμα. Δεν πιστεύει σε οτιδήποτε μπορείς να πιστέψεις. Ο Θεός δεν ήταν εκεί για εκείνον όταν πέθανε η μητέρα του αλλά έζησε ο πατέρας του. Αν ήταν μοίρα του να μπλέξει στις δουλειές του Παυρινού, να ένας καλός λόγος για να σταματήσει να πιστεύει και σε εκείνη. Και το κάρμα επιβράβευσε τα παιδικά του χρόνια με έναν τέτοιο πατέρα, και τη δουλειά του ως δολοφόνος με λεφτά και τον Νίκο. Όσο για το καλό και το κακό – Ο πατέρας του δεν τιμωρήθηκε ποτέ για το κακό που προκάλεσε. Ο Παυρινός το ίδιο. Κανένας δεν τιμωρείται από αυτούς. Από τους μεγάλους, τους δυνατούς, αυτούς που βλέπεις στα εξώφυλλα και στην τηλεόραση, στις κοσμικές συναντήσεις με τα κουστούμια, αυτούς που έχουν τα λεφτά και την εξουσία. Οι κλωστές που τους δένουν είναι αραχνούφαντες ενώ ο Ανδρέας δενόταν και πνιγόταν από τα σκοινιά όλη του τη ζωή – τουλάχιστον μέχρι να γνωρίσει τον Παυρινό.
Αλλά τώρα. Αν όντως αυτοί οι πέντε επιτελούν κάποιο έργο. Αν – αν αυτή η Αμαλία είναι ό,τι είναι. Αν ο μόνος τρόπος να καταλάβει το παιχνίδι τους είναι να πιστέψει. Έχει φορέσει αρκετές σφαίρες στα κεφάλια ανθρώπων, έχει δει αρκετό αίμα και κρέας και κόκαλα για να ξέρει πως δεν υπάρχει τίποτε καλό ή κακό σε ένα άνθρωπο, είναι απλώς σώματα. Το καλό και το κακό είναι ανθρώπινα, ο Θεός είναι ανθρώπινος, η μοίρα, το κάρμα. Αλλά. Αν δεν είναι; Αν υπάρχουν; Αν δεν χρειάζεται να πιστέψεις για να υπάρχουν; Αν είναι εκεί. Δεν θέλει να πιστεύει πως δεν έχει ηθικούς φραγμούς. Δεν θα χτυπήσει μια γιαγιά στο δρόμο. Δεν παρανομεί επειδή του αρέσει να παρανομεί. Κάνει τη δουλειά του και δεν υπάρχει τίποτε ηθικό ή ανήθικο σε όλο αυτό. Κάποιος βάζει λεφτά στο λογαριασμό του στην τράπεζα, του δίνει μια λίστα με οδηγίες, ακολουθεί τις οδηγίες και ξανά από την αρχή. Σαν υπάλληλος, στον επαγγελματίας, ό,τι κάνει κάθε άλλος άνθρωπος σε αυτό τον πλανήτη, σαν – Αλλά αν είναι τόσο λάθος, τόσο λάθος που θα πρέπει να βρει απέναντι του δυνάμεις σταλμένες από το Θεό;
Ο Νίκος φαίνεται πεπεισμένος πως ό,τι και να κάνουν, όπως και να δράσουν θα βρεθούν ηττημένοι στο τέλος. Όχι απλώς ηττημένοι – θα βρεθούν να είναι οι κακοί της ιστορίας. Πως δεν είναι ένα απλό παιχνίδι με νικητές και ηττημένους, αλλά μια μάχη με καλούς και κακούς. Και δεν – Δεν θα σκότωνε ποτέ μια τυχαία γκόμενα στη Θεσσαλονίκη για την πλάκα του. Θα την δολοφονούσε ίσως, αν τον πληρώνανε ή αν κινδύνευε ή αν είχε έναν ουσιαστικό λόγο να το κάνει. Αλλά δεν θα το έκανε ποτέ έτσι. Δεν θέλει να πιστεύει πως είναι στο επίπεδο του Παυρινού. Υπάρχει μια ηθική διαφορά ανάμεσα σε αυτά τα δύο πράγματα. Σίγουρα δεν είναι καλός άνθρωπος, αλλά δεν είναι και τέρας. Δεν θέλει να πιστεύει ότι είναι τέρας.
Αλλά από την άλλη. Δεν θέλει να μπει φυλακή. Έχει επιτέλους μια ζωή, μια καλή ζωή. Αν κερδίσουν οι πέντε τους, καταλήγει στη φυλακή, τέλος ιστορίας. Αν τους αφήσει να συνεχίσουν με τις έρευνες τους, αν τους αφήσει να πιάσουν τον Παυρινό, τον παίρνει και εκείνον η μπάλα. Ο Νίκος πιστεύει πως ό,τι και να κάνουν ο Παυρινός θα καταλήξει στη φυλακή. Πιστεύει πως ό,τι και να κάνουν οι άλλοι πέντε θα κερδίσουν. Πιστεύει πως δεν υπάρχει τρόπος να νικήσουν. Είναι πεπεισμένος πως όποια εκδοχή και να πάρει η ιστορία, η κατάληξη θα είναι μία: η δική τους πλευρά χάνει. Είναι οι ηττημένοι. Είναι οι κακοί της υπόθεσης. Τέλος.
Ο Νίκος δεν επικοινωνεί μαζί του για το υπόλοιπο της εβδομάδας. Παίρνει τηλέφωνο στο σπίτι του την Κυριακή και η μητέρα του του λέει πως ετοιμάζονται να φύγουν για την εκκλησία. Ο Ανδρέας καγχάζει. Εκκλησία. Από πότε πηγαίνει ο Νίκος στην εκκλησία; Έχει δέκα χιλιάδες λόγους για να μην πάει στην εκκλησία. Την ευχαριστεί ούτως ή άλλως και είναι εκείνη που τον προσκαλεί για φαγητό μέσα στην εβδομάδα.
Έχει να κοιμηθεί από το βράδυ που επέστρεψε ο Νίκος. Βλέπει τους ίδιους εφιάλτες. Ξανά και ξανά. Δουλεύει με τον Παυρινό αυτές τις μέρες: τον συνοδεύει σε ένα κοσμικό γεγονός σαν μέλος της φρουράς. Περνάει όλο το βράδυ να γυρνάει το ποτήρι της σαμπάνιας στα χέρια του και να σκέφτεται αν όλο αυτό αξίζει. Ο Παυρινός του απευθύνει το λόγο μόνο για να του σφυρίξει κάποια οδηγία και ο Ανδρέας αναρωτιέται τι να κάνουν εκείνη τη στιγμή εκείνοι οι πέντε. Φώτης, Ζουμπουλία, Αγγέλα, Ντάλια και Σπύρος. Δεν ξέρει γιατί έχει αρχίσει να τους σκέφτεται με τα μικρά τους ονόματα.
Την Τετάρτη πηγαίνει στο σπίτι του Νίκου. Στο σπίτι της μητέρας του Νίκου. Περιμένει πως θα είναι άβολα, πως η ένταση των τελευταίων ημερών θα βράζει ακόμη ανάμεσα τους, αλλά αισθάνεται ήρεμος. Κάθονται δίπλα στο τραπέζι και ακουμπάει την παλάμη στο γόνατο του και είναι εντάξει. Δεν ξέρει τι σημαίνει αλλά είναι εντάξει. Μετά, ο Νίκος τον τραβάει σε μια γωνία, στον διάδρομο. Τον ξέρει καλά, τον ξέρει τόσο καλά, τον ξέρει ίσως καλύτερα από όσο ξέρει τον εαυτό του και –
«Εδώ», λέει ο Νίκος, «είναι η διεύθυνση αυτού του Σπύρου». Του δίνει ένα κομμάτι χαρτί. «Ή τουλάχιστον της Αμαλίας. Νομίζω μένουν στην ίδια πολυκατοικία».
Τον κοιτάει για μια-δυο στιγμές.
«Τι;» ρωτάει. Η διεύθυνση του –
«Της είχε έρθει ένα γράμμα. Νόμιζα πως ήταν ηλίθια που με άφησε να δω τη διεύθυνση, αλλά – »
«Αστειεύεσαι», λέει ο Ανδρέας. Αυτό το χαρτί, το ψάχνει εδώ και μήνες. Αυτή η διεύθυνση.
«Κάν’την ό,τι νομίζεις», λέει τελικά ο Νίκος και πιάνει το χέρι του. Η γροθιά του γύρω από τη γροθιά του Ανδρέα, μέσα το χαρτί. «Για’μένα ξέρεις».
-
Δεν πηγαίνει την επόμενη μέρα. Ούτε τη μεθεπόμενη. Ο Παυρινός φεύγει για την Ισπανία και για κάποιο λόγο αυτό είναι που τον ωθεί σε κίνηση. Σταθμεύει το αυτοκίνητο κάτω από την πολυκατοικία στα Πατήσια και περιμένει. Δεν έχει καταφέρει να βάλει τις σκέψεις του σε μια σειρά αυτές τις μέρες, είναι λες και κάποιος έχει αναποδογυρίσει το τραπέζι όλης του τη ζωής και όλες του οι ιδέες, οι απόψεις, η ίδια του η ουσία έχουν σκορπιστεί στο πάτωμα. Ένα μήνα νωρίτερα να είχε βρει αυτή τη διεύθυνση, έναν γαμημένο μήνα και τώρα θα είχε ξεμπερδέψει με τα πάντα. Όλη αυτή η ιστορία – ένα παρελθόν. Για έναν μήνα…
Είναι ήσυχη γειτονιά. Όση ώρα κάθεται στο αμάξι ο δρόμος παραμένει σχεδόν έρημος. Μονάχα δυο-τρεις άνθρωποι περνάνε, ηλικιωμένοι, μια παρέα παιδιών, το περιστασιακό αυτοκίνητο. Όταν ανοίγει η πόρτα της πολυκατοικίας και από μέσα βγαίνει επιτέλους ο Σπύρος δεν υπάρχει άλλη ψυχή στο δρόμο. Τον παρακολουθεί να κατεβαίνει στο πεζοδρόμιο και με το που γυρνάει την πλάτη στο αυτοκίνητο του, ο Ανδρέας βγαίνει έξω. Τραβάει το όπλο από τη θήκη στη μασχάλη του. Έναν γαμημένο μήνα, σκέφτεται, και ακουμπάει την κάννη στην πλάτη του άλλου άντρα, κλείνει την παλάμη γύρω από το στόμα του ταυτόχρονα.
«Ας μην κάνουμε φασαρία τώρα. Έτσι δεν είναι;» λέει στο αυτί του.
Νιώθει τον Σπύρο να παγώνει και χρειάζεται να τον τραβήξει μέχρι το αμάξι, να του κάνει νόημα με το όπλο να μπει στη θέση του οδηγού. Εξακολουθεί να τον σημαδεύει μέχρι να κάτσει και εκείνος συνοδηγός και ύστερα ακουμπάει το όπλο στο μηρό του, η κάννη γυρισμένη στα αριστερά του, μια υπενθύμιση.
«Οδήγα», λέει.
«Πως με βρήκες;» κάνει ο Σπύρος, η φωνή του λεπτή. Μπορεί να δει το κατάπιομα στο λαιμό του.
«Θα το συζητήσουμε αργότερα αυτό», του λέει. «Καλύτερα να πάμε κάπου πιο ήσυχα».
Το χέρια του Σπύρου δεν σταματάνε να τρέμουν όσο οδηγεί βάση των οδηγιών του Ανδρέα. Κάθε κίνηση σπασμωδική, κοιτάει συνεχώς από τον καθρέφτη, πίσω, στα αυτοκίνητα που περνούν στο πλάι τους. Με την άκρη του ματιού του παρακολουθεί συνεχώς τον Ανδρέα, το όπλο που κάθεται στο γόνατο του. Ο Ανδρέας χτυπάει λίγο τα δάχτυλα στο γόνατο και αναρωτιέται τι να κάνει ο Νίκος. Στο σπίτι μάλλον, με τη μητέρα του. Δεν έχουν μιλήσει καθόλου από τότε που του έδωσε τη διεύθυνση. Αναρωτιέται τι να σκέφτεται, τι να πιστεύει πως θα γίνει.
Όταν ο Ανδρέας του λέει να σταματήσει, ο Σπύρος τραβάει το αυτοκίνητο στην άκρη και σβήνει τη μηχανή. Δεν βγάζει τα χέρια από το τιμόνι, τα κρατάει εκεί, οι αρθρώσεις του λευκές. Σε αυτή την απομονωμένη αλάνα που βρίσκονται, αν ο Ανδρέας τραβούσε τη σκανδάλη δεν θα μάθαινε κανένας τίποτε. Ποτέ. Θα τον πετούσε στο χώμα λίγο πιο πέρα από το δρόμο και θα έκαναν μέρες μέχρι και για να βρουν το πτώμα του. Αυτή την ευκαιρία έψαχνε εδώ και μήνες.
«Να», κάνει ο Σπύρος, η φωνή του φαίνεται να δυσκολεύεται να βγει. «Να βγω έξω;»
Ο Ανδρέας τον κοιτάει. Έχει αυτό το ύφος – το ύφος από το σπίτι της Ζάνας, το ύφος από το γήπεδο, το ύφος του θύματος που έχει στριμωχτεί στη γωνία.
«Εννοώ», συνεχίζει, νευρικά. «Να μην γεμίσουμε το αμάξι αίματα. Είναι ωραίο αμάξι». Κουνάει το χέρι του λίγο πάνω στο τιμόνι, πάνω-κάτω. Επαναλαμβάνει: «Είναι ωραίο αμάξι» και ακούγεται λίγο σαν λυγμός.
Σε τέτοιες στιγμές οι άνθρωποι λένε πάντα τα πιο παράλογα πράγματα.
Ο Ανδρέας βάζει το όπλο του ξανά στη θήκη. Ρίχνει το σακάκι από πάνω. Ένας γαμημένος μήνας, σκέφτεται και λέει:
«Δεν σε έφερα εδώ για να σε σκοτώσω».
Να μια δήλωση που φαίνεται να τον ξαφνιάζει. Στρίβει το κεφάλι προς το μέρος του. Ανασηκώνει λίγο τα φρύδια.
«Τι; Με έφερες για να δω τη θέα;» λέει.
Ο Ανδρέας κάνει μια κίνηση προς το μέρος του και τραβιέται τόσο πολύ που κολλάει όλη την πλάτη του στην καρέκλα, αλλά δεν τον ακουμπάει, σκύβει από πάνω του και σπρώχνει ανοιχτή την πόρτα του οδηγού. Αν δεν ήταν τόσο απασχολημένης να πανικοβάλλεται χωρίς λόγο θα είχε καταλάβει πως θα ήταν πολύ εύκολο να το σκάσει σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής. Θα μπορούσε πολύ απλά να ανοίξει την πόρτα και να κατέβει από το αμάξι σε κάποιο φανάρι. Τι θα έκανε ο Ανδρέας; Θα τον πυροβολούσε μέσα στη μέση του δρόμου;
Δεν το πιστεύει ότι σκοπεύει να βοηθήσει αυτούς τους ανθρώπους.
«Φύγε αν θέλεις», του λέει και τραβιέται πίσω στη θέση του. «Δεν θα σε πειράξω».
«Αυτό είπες και στην ανταλλαγή», κάνει ο Σπύρος, τσιτωμένος. Κοιτάει μια φορά έξω από την πόρτα, μια τον Ανδρέα. «Θα με συγχωρέσεις που δεν σε πιστεύω και ιδιαίτερα».
Ο Ανδρέας απλώνει τα πόδια του μπροστά. Δεν το πιστεύει αυτό που πάει να κάνει. Έχει λίγο χρόνο ακόμη, να το σκεφτεί ξανά, να –
«Παυρινός», λέει πριν να το μετανιώσει. Να το, το’πε. Πάει.
Ο Σπύρος βλεφαρίζει.
«Τι;»
«Άρης Παυρινός», επαναλαμβάνει. «Μη με ρωτήσεις ξανά. Είναι το αφεντικό μου».
«Το – Ε;»
Με μια απότομη κίνηση ανοίγει και τη δική του πόρτα. Βάζει το χέρι στην τσέπη κάνοντας τον Σπύρο να παγώσει ξανά, αλλά αντί για το όπλο βγάζει το πακέτο με τα τσιγάρα του. Ανάβει ένα και ύστερα προτάσσει το πακέτο προς το μέρος του.
«Δεν καπνίζω», απαντάει ο Σπύρος και ύστερα παίρνει ένα ύφος σαν να ξαφνιάστηκε που άκουσε την ίδια του τη φωνή.
«Και εγώ προσπαθώ να το κόψω κανονικά», λέει και φυσάει καπνό έξω από το αυτοκίνητο.
Κάθονται έτσι για λίγη ώρα, με τις πόρτες ανοιχτές, ο Ανδρέας να καπνίζει. Τελικά είναι ο Σπύρος εκείνος που μιλάει πρώτος:
«Γιατί μου το είπες αυτό; Εννοώ… υποθέτω, δεν έχει και πολύ σημασία, αν είναι να με σκοτώσεις».
«Δεν θα σε σκοτώσω», επαναλαμβάνει ο Ανδρέας, με έναν εκνευρισμό. Θα ήταν πολύ πιο εύκολο αν του έστριβε του Σπύρου λίγο πιο γρήγορα.
«Με απειλείς με όπλο, με φέρνεις σε μια απομονωμένη αλάνα, μου λες το όνομα του αφεντικού σου και μετά πιστεύεις πως θα πιστέψω πως δεν σκοπεύεις να με σκοτώσεις».
«Σε έφερα εδώ», απαντάει ο Ανδρέας, «επειδή σκόπευα να σου πω το όνομα του αφεντικού μου. Και να σου πω και ό,τι άλλο ξέρω για αυτή την ιστορία. Δεν ξέρω τα ονόματα των υπόλοιπων που ήταν μαζί του στη Θεσσαλονίκη αλλά σκοπεύω να τα μάθω και σκοπεύω να στα πω και αυτά».
«Δεν καταλαβαίνω…»
«Αποφάσισα πως αυτή η ιστορία τελείωσε για μένα», λέει ο Ανδρέας. «Σκοπεύω να σας βοηθήσω».
Ο Σπύρος ανασηκώνει τα φρύδια. Έχει γυρίσει τώρα προς το μέρος του και ό,τι τσίτωμα υπήρχε στην στάση του έχει εξαφανιστεί. Το ξάφνιασμα είναι πιο δυνατό από το φόβο υποθέτει ο Ανδρέας. Πάντα πίστευε πως ήταν από τους πιο δειλούς αυτής της παρέας, αλλά και ο λιγότερο παράλογος ταυτόχρονα. Αναρωτιέται πως θα πήγαινε η συζήτηση αν είχε εκείνη την ξανθιά ή αυτή με τα ιιι στο κάθισμα του οδηγού. Την Ντάλια ή τη Ζουμπουλία.
«Και γιατί να σε πιστέψω;» κάνει ο Σπύρος τελικά.
«Επειδή θα με πιστέψεις», του απαντάει. «Σου είπα ήδη το όνομα του αφεντικού μου».
«Του πρωθυπουργού», τον συμπληρώνει.
«Ναι». Αυτό είναι δύσκολο κομμάτι. Δεν έχει συμβόλαια ή έγγραφα που να τον συνδέουν με τον Παυρινό, όλες οι συναλλαγές γίνονται κάτω από το τραπέζι. Θα είναι δύσκολο να επιβεβαιώσει τα λεγόμενα του με αποδεικτικά στοιχεία, αν ο Σπύρος αποφασίσει πως δεν τον πιστεύει. Κατηγορεί τον πρωθυπουργό της χώρας, άλλωστε. Δεν ξέρει αν είναι προετοιμασμένοι για κάτι τόσο μεγάλο. «Αν δεν με πιστεύεις -»
«Σε πιστεύω», λέει ο Σπύρος. «Για αυτό».
Χα – Ο Ανδρέας καγχάζει. Ώστε έχουν φτάσει μέχρι εκεί.
«Τον υποπτευόμασταν», εξηγεί ο Σπύρος. «Αλλά δεν είχαμε κάτι χειροπιαστό».
«Τότε – »
«Αλλά αυτό δεν σημαίνει τίποτε», τον διακόπτει. «Που ξέρω ότι δεν είναι παγίδα;»
«Δεν το ξέρεις», του απαντάει ο Ανδρέας. Δεν μπορεί να του πει: εμπιστεύσου με. Έχεις το λόγο μου. Δεν είναι παγίδα. Αν ήταν στη θέση του Σπύρου ούτε και εκείνος δεν θα τον εμπιστευόταν. Ούτε στο ελάχιστο. Αυτό είναι το δύσκολο κομμάτι.
Ο Σπύρος κουνάει το κεφάλι του.
«Γιατί;» ρωτάει. «Γιατί να μας βοηθήσεις;»
Τι να του εξηγήσει τώρα… Δεν είναι πως και ο ίδιος το καταλαβαίνει πολύ, αυτό που συμβαίνει, όλο αυτό: όσα του είπε ο Νίκος, τη γραμμή στο τετράδιο του νοσοκομείου, τους τελευταίους μήνες, τον Παυρινό. Αν έχουν φτάσει σε εκείνον, τόσο γρήγορα, η ζυγαριά έχει αρχίζει να λυγίζει απότομα, να γέρνει προς την αντίθετη πλευρά. Τόσα χρόνια πόσοι άνθρωποι προσπαθούσαν να λύσουν το μυστήριο και τώρα, μέσα σε λίγους μήνες, αυτοί οι πέντε να, είχαν φτάσει στην κεφαλή. Αλλά θα τον πάρει για τρελό αν αρχίσει με αυτή την εξήγηση. Ίσως και να είναι πιο απλό υποθέτει, αν το πιάσει από τη σωστή αρχή –
«Όσο είχατε το Νίκο», κάνει τελικά και ελπίζει ο Σπύρος να πιάσει το νόημα. «Τι του είπατε;»
«Τι εννοείς;» ρωτάει ο Σπύρος. Αν μη τι άλλο αυτή η απάντηση φαίνεται να τον μπερδεύει περισσότερο. Και ύστερα κάνει κάποια σύνδεση επειδή: «Τη μέρα της ανταλλαγής», λέει. «Εκείνος σε σταμάτησε από το να μας πυροβολήσεις».
Ο Ανδρέας δεν μιλάει και αυτό φαίνεται να του είναι αρκετό.
«Ξέρεις», του λέει, «όταν τελειώσει αυτή η ιστορία δεν θα παραγραφούν τα εγκλήματα κανενός».
Δεν θα σε βοηθήσουμε να γλιτώσεις τη φυλακή, εννοεί. Ο Ανδρέας το ξέρει, δεν περίμενε κάτι τέτοιο. Αν και, υποθέτει, θα ακουστεί διαφορετικά στο δικαστήριο αν έδειξε σημάδια μετάνοιας στη μέση της ιστορίας.
«Δεν ζητάω κάποιο αντάλλαγμα», λέει. Εκτός κι αν – «Ίσως», συνεχίζει, «θέλω μια πληροφορία».
«Τι;»
«Αυτή η γκόμενα στο σπίτι της οποίας είχατε τον Νίκο. Η Αμαλία – »
Αλλά ο Σπύρος τον σταματάει προτού προλάβει να τελειώσει την πρόταση.
«Δεν πρόκειται να σου δώσω πληροφορίες για κανέναν μας», λέει.
«Σας βοηθάει», κάνει ο Ανδρέας.
Ο Σπύρος σμίγει τα φρύδια του. «Είναι φίλη μου», κάνει. «Δεν πρόκειται να σου πω τίποτε άλλο».
«Κατανοητό», απαντάει ο Ανδρέας. Πετάει το αποτσίγαρο έξω από το αυτοκίνητο και κλείνει την πόρτα του. «Πες μου τι να κάνω».
«Τι να κάνεις;»
«Για να κερδίσω την εμπιστοσύνη σας».
Ο Σπύρος το σκέφτεται για λίγο. Δεν θα έχει κατασταλάξει ακόμη: αν πρέπει να τον εμπιστευτεί ή όχι. Αλλά αυτή είναι μια καλή ευκαιρία, το ξέρει ο Ανδρέας, για αυτό του την έδωσε: να ελέγξει τι πληροφορίες σκοπεύει να τους παρέχει.
«Ξέρεις τον Δημοσθένη Πολίτη;»
«Τον Πολίτη;» Έχουν φτάσει και σε αυτόν;
«Ναι», λέει ο Σπύρος. «Ψάχνουμε τον πατέρα του. Είναι σε κάποιο ίδρυμα ή γεροκομείο ή κλινική, σε κάτι τέτοιο. Μπορείς να τον βρεις;»
Να μια καλή αρχή, σκέφτεται ο Ανδρέας και σκύβει μπροστά. Ανοίγει το ντουλαπάκι και από μέσα βγάζει χαρτί και μολύβι. Γράφει τον αριθμό του.
«Πάρε με σε δυο μέρες», λέει καθώς του το δίνει. «Θα σου πω τότε».
Ο Σπύρος το κοιτάει για μια στιγμή και ύστερα το βάζει στην τσέπη του.
«Δεν σε εμπιστεύομαι», λέει.
Ο Ανδρέας γνέφει. «Το ξέρω. Βγες, θα οδηγήσω εγώ να σε γυρίσω σπίτι».
Αλλά πριν ανοίξει την πόρτα, ο Σπύρος τον σταματάει. «Βάλε το όπλο στο ντουλαπάκι λέει».
Ο Ανδρέας χαμογελάει και ανοίγει το ντουλάπι.
-
Αν ο Παυρινός του ζητάει λίγες μέρες αργότερα επίσης να ακολουθήσει τον Πολίτη, να βρει σε ποιο ίδρυμα έχει κλεισμένο τον πατέρα του, ο Ανδρέας δεν το αποδίδει πλέον στην τύχη. Ακολουθεί τις οδηγίες που το δίνονται ακόμη και αν ήδη ξέρει το όνομα του γηροκομείου, τη διεύθυνση του οποίου είχε δώσει λίγες μέρες νωρίτερα στον Σπύρο όταν τον πήρε τηλέφωνο.
«Είμαστε εντάξει;» τον ρωτάει. Είναι σίγουρος πως βρίσκονται και οι άλλοι τέσσερις μαζί του στο δωμάτιο, μπορεί να ακούσει κινήσεις και τα περιστασιακά επιφωνήματα κάπου μέσα στον θόρυβο της γραμμής. Είχε ρωτήσει τι σκοπεύουν να κάνουν με την διεύθυνση και ο Σπύρος του το ξέκοψε πριν προλάβει να καλά-καλά να τελειώσει την πρόταση. Δεν τον αφορά. Εντάξει.
«Σε ευχαριστούμε», κάνει ο Σπύρος. Ακούγεται μαγκωμένος.
«Δεν σας περιμένω να με εμπιστευτείτε με τη μία», του λέει. «Αλλά έχεις το τηλέφωνο μου. Όποτε το χρειαστείς χρησιμοποίησε το».
Αφότου είχε επιστρέψει τον Σπύρο στο σπίτι του είχε πάει κατευθείαν στον Νίκο. Κατά κάποιον τρόπο είχε ρίξει μια κλοτσιά στη ζωή του εκείνη τη μέρα, την είχε βγάλει από τον άξονα της. Μοναδική σημείο αναφοράς έμενε ο Νίκος. Τον ήξερε τόσο καλά: δεν ξαφνιάστηκε όταν τον είδε στην πόρτα. Τον κοίταξε και μια ματιά έφτανε, είχε καταλάβει.
«Το πρώτο πράγμα που θα καταθέσω στην αστυνομία», του είχε πει αργότερα το βράδυ, ξαπλωμένος ανάσκελα, «θα είναι πως όλα ήταν δικό σου φταίξιμο».
Ο Νίκος είχε γελάσει. «Κάτσε να μην μας έχει σκοτώσει ο Παυρινός πρώτα».
Τα γεγονότα εξελίσσονται αυθόρμητα τις επόμενες μέρες, πέρα από τις δικές του δυνάμεις. Βρίσκουν τον Πολίτη νεκρό στο σπίτι του, οι εφημερίδες γράφουν καρδιακό με μεγάλα, σκούρα γράμματα. Από κάτω ο υπότιτλος: το πτώμα της γυναίκας του θαμμένο στον κήπο. Από κάτω η φωτογραφία του, όλες οι εφημερίδες έχουν διαλέξει πρόσφατες, από συνεντεύξεις τύπου, ομιλίες, με κουστούμι, προσεγμένο κούρεμα, χαλαρό χαμόγελο, σχεδόν φιλικό. Από τη μία το φιλικό του χαμόγελο, δίπλα η φωτογραφία της γυναίκας του. Τα άρθρα κατηγορηματικά αλλά με έναν ήπιο τρόπο, σχεδόν με σεβασμό περιγράφουν τα γεγονότα. Αν ήθελαν πραγματικά να περάσουν κρίση δεν θα χρησιμοποιούσαν αυτές τις φωτογραφίες, ξέρει ο Ανδρέας.
Δεν υπάρχουν πουθενά αποδείξεις για την εμπλοκή αυτών των πέντε αλλά ο Ανδρέας είναι υπερβολικά υποπτευμένος για να μην προσθέσει πέντε και πέντε. Το επόμενο τηλέφωνο που τον παίρνει ο Σπύρος είναι υπερβολικά κοντά στο καρδιακό του Πολίτη, τον πιάνει στο αυτοκίνητο ύστερα από μια συνάντηση με τον Παυρινό.
«Είχες πει πως θα ψάξεις και για τους άλλους», του λέει. Ζητάει μια βδομάδα. Με τον πρόσφατο θάνατο του Πολίτη δεν θα είναι και τόσο δύσκολο.
Ο Παυρινός έχει αρχίσει να φοβάται – γι’αυτό δουλεύει. Λίγους μήνες πριν, πριν τον Πολίτη, πριν τον Καστέλη, ούτε που θα σκεφτόταν να συμφωνήσει: όσο λιγότεροι δεσμοί στην αλυσίδα τόσο το καλύτερο, ένα μυστικό παύει να είναι μυστικό μετά από κάποιο σημείο. Θα κρατούσε τον Ανδρέα και στο απόλυτο σκοτάδι αν δεν ανησυχούσε, θα του έδενε και τα μάτια κιόλας. Αλλά έχουν φτάσει κοντά, τους πλησιάζουν και ο Παυρινός φοβάται οπότε δέχεται να του γνωρίσει τον τέταρτο. Δεν είναι αγνοήσιμο το επιχείρημα: σημασία έχει ποιος θα βρίσκεται ένα βήμα μπροστά, ποιος θα περιμένει στη γωνία. Έτσι γνωρίζει τον Δεληκάρη.
Πηγαίνει στο σπίτι του Σπύρου για να του εξηγήσει περαιτέρω. Το τηλέφωνο δεν είναι μέσο για τέτοια συζήτηση, ειδικά όταν δεν ξέρεις ποιος ακούει και ποιος παρακολουθεί. Παρκάρει δυο γειτονιές πιο κάτω και προσέχει, σχεδόν στα όρια του παραλογισμού, μην τον έχει ακολουθήσει κανένας πριν πατήσει το κουμπί για το θυροτηλέφωνο. Σε σχέση με την προηγούμενη τους συνάντηση, ο Σπύρος είναι σίγουρα πιο άνετος, αν και το χέρι του τρέμει λίγο όταν του δείχνει να κάτσει στον καναπέ. Ο Ανδρέας ξεκουμπώνει το σακάκι του και βολεύεται πίσω στα μαξιλάρια, ρίχνοντας μια ματιά στο σπίτι. Μένει με τη γιαγιά του ο Σπύρος θυμάται. Φαίνεται άλλωστε.
«Να φέρω λίγο νερό», λέει ο άλλος άντρας και εξαφανίζεται για λίγο. Ένα-δυο λεπτά, λογικά έχει πανικοβληθεί. Ο Ανδρέας δεν έχει φέρει καν όπλο μαζί του, το άφησε στο αυτοκίνητο.
«Μένεις με τη γιαγιά σου, ε;» ρωτάει, περισσότερο επειδή η σιωπή δεν βοηθάει κανέναν τους.
«Ε, ναι», κάνει ο Σπύρος και βγαίνει από την κουζίνα, κρατώντας δυο ποτήρια νερό. «Δεν είναι εδώ τώρα. Η γιαγιά μου».
«Ναι, το κατάλαβα». Ακουμπάει το ένα ποτήρι νερό μπροστά του. Ο Ανδρέας το σηκώνει και πίνει μια γουλιά. «Ευχαριστώ», λέει.
Ο Σπύρος τον κοιτάει για λίγο, τα φρύδια του συνοφρυωμένα αλλά προτού προλάβει να απαντήσει το οτιδήποτε, ακούγεται το κουδούνισμα κλειδιών. Μέσα μπαίνουν δυο γυναίκες μεγάλης ηλικίας, μια με λευκά μαλλιά, μια με κόκκινα, ο Ανδρέας έχει την αίσθηση πως τις αναγνωρίζει από κάπου. Είναι αυτή με τα λευκά μαλλιά που τον αντιλαμβάνεται πρώτη και βγάζει έναν ξαφνιασμένο ήχο, βάζοντας ένα χέρι μπροστά στο στόμα της. Η άλλη γυρνάει επίσης και τον κοιτάει, ένα πέρασμα από τα παπούτσια μέχρι το κεφάλι του.
«Α», λέει, «νεκροθάφτης».
«Τι νεκροθάφτης, Θεοπούλα μου;», της απαντάει η άλλη. «Είναι αυτός που κυνηγάμε. Ο φίλος του ψηλού που είχε στο σπίτι της η Αμαλία».
Η Θεοπούλα το σκέφτεται για λίγο και ύστερα ανοίγει το στόμα της, κουνώντας το κεφάλι.
«Α, ναι, έχεις δίκιο», λέει και ύστερα δείχνει προς το υπνοδωμάτιο. «Να φέρω τη μυγοσκοτώστρα;»
«Αχ, γιαγιά», κάνει ο Σπύρος, ακόμη όρθιος, κρατώντας το ποτήρι νερού. «Δεν ήρθατε σε σωστή ώρα».
«Τι δεν ήρθαμε σε σωστή ώρα;» του απαντάει η γιαγιά του, κλείνοντας την πόρτα πίσω του. «Τι συμβαίνει εδώ; Γιατί είναι αυτός στο σπίτι; Σε έπιασε;»
Ο Σπύρος αναστενάζει.
«Αν με έπιανε, γιαγιά, στον καναπέ μας θα τον είχα;» Αφήνει το ποτήρι στο τραπεζάκι. «Και γιατί να με έπιασε αυτός και να μην τον έπιασα εγώ; Τον ψηλό πως τον πιάσαμε;»
«Η Αμαλία τον έπιασε», τον διορθώνει η γιαγιά του.
«Τι σημαίνει αυτό;»
Κουνάει το χέρι της. «Τίποτε. Τίποτε».
Όση ώρα γίνεται αυτή η συζήτηση η άλλη γριά, η Θεοπούλα τον έχει πλησιάσει και έχει κάτσει δίπλα του στον καναπέ, οι παλάμες στα γόνατα της.
«Δηλαδή, εσείς τώρα είστε δολοφόνος», λέει. Ο Ανδρέας την κοιτάει καλά-καλά. Από όλες τις συζητήσεις που είχε φανταστεί πως θα μπορούσε να κάνει σήμερα… «Επειδή, αν είστε δολοφόνος μπορείτε να μας κάνετε μια μικρή εξυπηρέτηση, έτσι δεν είναι; Ξέρετε από κά-»
«Γιαγιά!» ακούγεται η φωνή του Σπύρου. «Άσε τώρα την Αμαλία και μάζεψε τη Θεοπούλα. Πάρ’την και πηγαίνετε μέσα. Ή καλύτερα κάτω».
Η γιαγιά του Σπύρου γνέφει αρνητικά.
«Εγώ δεν πάω πουθενά», λέει. «Δεν σε αφήνω μόνο σου με αυτόν. Θα κάτσω εδώ να ακούσω ό,τι έχετε να πείτε».
Ο Σπύρος ανοίγει το στόμα. Ύστερα το κλείνει. Ύστερα κάνει ένα γύρο γύρω από το τραπέζι, σηκώνει τη Θεοπούλα από τον καναπέ, παίρνει τη γιαγιά του από το χέρι και τις πηγαίνει στην πόρτα την οποία και ανοίγει.
«Πηγαίντε κάτω», τους λέει. «Και θα τα πούμε μετά». Και ύστερα κλείνει την πόρτα πίσω τους προτού προλάβουν καλά-καλά να διαμαρτυρηθούν.
«Μην νομίζεις πως έφυγαν», λέει στον Ανδρέα καθώς κάθεται στην πολυθρόνα και πίνει μια γουλιά από το νερό του. «Είναι απέξω και έχουν στήσει αυτί». Σταυρώνει τα πόδια. «Που είχαμε μείνει;»
Η υπόλοιπη συζήτηση προχωράει ομαλά σε σύγκριση με αυτό το σαματά που ήταν τα πρώτα δέκα λεπτά της συνάντησης τους, οπότε και ο Ανδρέας δεν ενοχλείται ιδιαίτερα όταν χρειάζεται να εξηγήσει δυο και τρεις φορές πράγματα πρωτίστως για να τα χωνέψει και δευτερευόντως για να τα καταλάβει ο Σπύρος. Διηγείται ό,τι περίπου συζητήθηκε στη συνάντηση με τον Παυρινό και τον Δεληκάρη και του δίνει όσες πληροφορίες ξέρει για την προσωπική ζωή του δικηγόρου.
«Οι άλλοι τέσσερις γιατί δεν ήρθαν;» ρωτάει τελικά όταν είναι ώρα να φύγει.
Ο Σπύρος τον κοιτάει για λίγο, μασάει τα χείλη του.
«Δεν σε εμπιστεύονται», απαντάει και η συζήτηση τελειώνει εκεί.
-
Ίσως για αυτό να συμβαίνουν όσα πρόκειται να συμβούν.
Δίνει τις πληροφορίες στον Δεληκάρη, δεν μπορεί να κάνεις αλλιώς. Όσα ξέρει και ο Παυρινός, τίποτε λιγότερο, τίποτε περισσότερο. Νιώθει λίγο σαν να τους στέλνει στα δόντια του λύκου, έχει το ύφος του θηρευτή, του ανθρώπου που δεν διστάζει να σε φέρει μέχρι το γκρεμό και να σε αφήσει να πέσεις. Όταν σφίγγει το χέρι του Ανδρέα χρησιμοποιεί παραπάνω δύναμη από το απαραίτητο και το χαμόγελο του είναι ευγενικό και βάναυσο ταυτόχρονα. Δεν παραμένουν σε επικοινωνία μετά από αυτό και, αφού ούτε ο Σπύρος τον παίρνει ξανά τηλέφωνο, όταν ο Παυρινός τον ενημερώνει για την συμφωνία είναι εντελώς απροετοίμαστος.
«Τι εννοείς θα τους έχει αύριο;» τον ρωτάει ο Νίκος όταν επιστρέφει σπίτι. Δεν έχουν μετακομίσει ακριβώς μαζί. Αλλά. Οι τελευταίες μέρες είναι μια αλλαγή ρότας: αισθάνεται λες και οδηγούνται ταχύτητα προς κάποιο τέλος.
«Έκαναν κάποια συμφωνία», εξηγεί ο Ανδρέας. Κάθεται δίπλα του στον καναπέ. «Είναι μπλεγμένος με κάτι Ρώσους. Θα ανταλλάξει αυτούς τους πέντε για προστασία».
«Πως θα τους βρει;»
Ο Ανδρέας θυμάται το άσπρισμα των δοντιών του Παυρινού. «Τους έχει ήδη λέει».
Μπορεί να ακούσει το Νίκο να μετακινείται δίπλα του.
«Τι κάνουν;»
Ό,τι και να κάνουν, η ανταλλαγή δεν γίνεται ποτέ. Ο Δεληκάρης το σκάει εκτός συνόρων και το τηλέφωνο του Ανδρέα παραμένει εκκωφαντικά βουβό. Έχει αρχίσει να ανησυχεί πως έκαναν τεράστιο λάθος, ο Νίκος πρώτος και εκείνος που τον ακολούθησε δεύτερος. Αλλά και ταυτόχρονα, κατά κάποιον τρόπο, νιώθει πολύ πιο σίγουρος για τον εαυτό του. Από όσο ήταν στην αρχή της ιστορίας τουλάχιστον. Βλέπει τον Παυρινό να κυλάει μέρα με τη μέρα σε κάποια μορφή παράνοιας: πρέπει να αντιλαμβάνεται πόσο τον πλησιάζουν, ο ένας μετά τον άλλον φεύγουν από το ταμπλό. Έχει τη δύναμη και την εξουσία του αλλά το ίδιο είχε και ο Πολίτης και τώρα είναι κάτω από το έδαφος. Το ίδιο είχε και ο Δεληκάρης και τώρα ψάχνει να σώσει το τομάρι του κάπου στην Νότια Αμερική.
Όταν τον παίρνει τηλέφωνο ο Σπύρος, κάθονται στο σαλόνι με τον Νίκο, έχουν στήσει ένα παιχνίδια τάβλι. Σηκώνει τα πόδια του από το τραπεζάκι και βάζει το κινητό στο αυτί. Για μερικές στιγμές: ησυχία.
«Ναι;» λέει. Ξέρει πως είναι ο Σπύρος, ήταν ο αριθμός του. «Σπύρο;»
Ακούγεται κίνηση στην άλλη άκρη της γραμμής. Κοιτάει τον Νίκο και ανασηκώνει το φρύδι.
«Ο Φώτης είμαι», ακούγεται μια φωνή. Είναι λίγο αλλοιωμένη. Ανοιχτή ακρόαση, σκέφτεται ο Ανδρέας. «Βασικά είμαστε όλοι εδώ».
«Εντάξει», απαντάει. «Είστε ακόμη ζωντανοί».
«Α, ναι», λέει ο Φώτης, με ένα φύσημα αέρα στη φωνή του. «Είχαμε μερικά… θέματα τις προηγούμενες μέρες».
Λογικά αυτό δεν προοριζόταν να το ακούσει, αλλά από πίσω μπορεί να αναγνωρίσει μια φωνή να λέει κοροϊδευτικά: «Θέματα; Δεν λες που παραλίγο να πεθάνουμε» και μετά ένα «σςς».
«Ο Δεληκάρης ξέφυγε», λέει μια φωνή, γυναικεία. Η Αγγέλα.
«Ναι, το ξέρω», απαντάει, κοιτώντας τον Νίκο, έχει σκύψει λίγο προς το μέρος του, κοιτώντας τον προβληματισμένος. «Ο πρώτος που παραμένει ζωντανός μετά από συνάντηση μαζί σας;» Ο Νίκος τον κλωτσάει λίγο, δεν είναι κακόβουλο.
«Μην μας κάνεις να μετανιώσουμε που σε πήραμε τηλέφωνο».
«Σπύρο, καιρό είχαμε να ακούσουμε τη φωνή σου». Ακούει κι άλλη κίνηση στην άλλη άκρη της γραμμής. «Νόμιζα ότι απέδειξα πως είμαι άξιος εμπιστοσύνης».
«Δεν μπορούσαμε να είμαστε σίγουροι για αυτό», λέει ο Φώτης. «Ο Δεληκάρης… παρουσιάστηκε σαν κάτι διαφορετικό από αυτό που ήταν. Νομίσαμε πως προσπαθούσατε να του την στήσετε, όπως κάνατε με το Βενετόπουλο. Πως για αυτό προσέγγισες τον Σπύρο».
Α, σκέφτεται ο Ανδρέας, αυτό ήταν. Θα κυνηγούσαν την ουρά τους τόσο καιρό, κάνοντας κύκλους: να έχουν την απάντηση στα χέρια τους και να την κοιτάνε στα δόντια.
«Και τώρα;» κάνει τελικά. «Με πιστεύετε;»
«Γιατί μας βοηθάς;» ρωτάει η Αγγέλα. «Τι έχεις να κερδίσεις;»
Ο Ανδρέας κοιτάει τον Νίκο. Τον κοιτάει πίσω.
«Δεν είναι δικό σας θέμα αυτό. Έχω τους λόγους μου, όπως έχετε και εσείς τους δικούς σας».
«Θέλουμε να συναντηθούμε», λέει τελικά ο Φώτης. «Στο σπίτι του Σπύρου. Οι πέντε μας και οι δυο σας».
Ο Νίκος γνέφει.
«Πες μου ημερομηνία».
-
Ο Ανδρέας είναι ευερέθιστος σε όλη τη διαδρομή, νιώθει το πόδι του να τρέμει στα πετάλια. Δεν θα μπορούσε με τίποτε να φανταστεί έναν κόσμο που θα ένιωθε αγχωμένος να συναντήσει αυτούς τους πέντε. Αλλά να’τος εδώ, να δυσκολεύεται να οδηγήσει. Ο Νίκος κάθεται στη θέση του συνοδηγού, το πρόσωπο γυρισμένο στο παράθυρο και για μια στιγμή, η εικόνα έρχεται να κάτσει δίπλα σε μια ανάμνηση: το βράδυ που γυρνούσαν σπίτι μετά από τη μοιραία ανταλλαγή.
«Εκεί», του λέει ο Νίκος όταν φτάνουν, δείχνοντας με το κεφάλι του προς τον ουρανό. «Στον τελευταίο όροφο, εκεί είναι το σπίτι της Αμαλίας».
«Νόμιζα πως σου φόρεσαν κουκούλα και δεν μπορούσες να το δεις».
Ο Νίκος ανασηκώνει τους ώμους. «Ναι, μου φόρεσαν», απαντάει.
Πατάει το γνωστό πλέον κουδούνι και κατευθύνει τον Νίκο στο ασανσέρ. Όταν οι πόρτες κλείνουν πίσω τους, τείνει λίγο το χέρι του, λίγα εκατοστά στο πλάι, ίσα για να ακουμπήσει την αναστροφή της παλάμης του Νίκου. Δεν έχει άλλο λόγο για να πάρει το ασανσέρ άλλωστε, μόνο αυτό, και ο Νίκος το ξέρει.
Όταν περνάει το κατώφλι της πόρτας, αισθάνεται λίγο λες και πατάει σε ξένο πλανήτη. Το σπίτι του Σπύρου γύρω του, διακοσμημένο με όλα τα πράγματα της γιαγιάς του, στο πλάι του ο Νίκος, ντυμένος με κουστούμι και το όπλο του στο αυτοκίνητο, ριγμένο μέσα στο ντουλαπάκι και εκεί, μπροστά του στο σαλόνι, πέντε γνώριμα πρόσωπα. Ο Σπύρος δεν είναι ο μόνος όρθιος, δίπλα στο παράθυρο στέκεται η Αγγέλα, κρατώντας την κουρτίνα ανοιχτή: πρέπει να τους παρακολουθούσε καθώς ανέβαιναν. Και μετά δίπλα στον καναπέ: ο Φώτης, με ένα σφίξιμο στο πιγούνι, η Ντάλια, με τα μάτια της λίγο γουρλωμένα και τέλος η Ζουμπουλία, να κοιτάει οπουδήποτε στο δωμάτιο πέρα από τους ίδιους.
«Ήρθατε», λέει ο Σπύρος, αγχωμένα. «Εμ».
Ο Νίκος κλείνει την πόρτα πίσω του.
«Να καθίσουμε;» κάνει ο Ανδρέας. «Ή - ;»
Καθώς κάνει να πλησιάσει τον καναπέ, το βλέμμα του συναντιέται με της Ζουμπουλίας και αυτή αρχίζει να σταυροκοπιέται.
Κάθεται πρώτος στην μια καρέκλα, ο Νίκος από δίπλα και περιμένουν. Είναι αμήχανα για μια στιγμή, δύο, τρεις. Κυνηγοί και κυνηγημένοι στο ίδιο δωμάτιο, να μοιράζονται τον ίδιο αέρα. Ο Ανδρέας παρακολουθεί τον Σπύρο καθώς κάθεται στον καναπέ, τραβώντας τα γόνατα από το παντελόνι του ώστε να μην μαζεύεται στους αστραγάλους. Τελικά είναι η Ντάλια αυτή που σκύβει μπροστά, ακουμπάει τους αγκώνες στα γόνατα.
«Μπορώ να ρωτήσω κάτι;» κάνει, απευθυνόμενη στον Ανδρέα και τον Νίκο. «Είναι ένα ερώτημα που μου γεννήθηκε έτσι που διηγούταν την ιστορία ο Σπύρος». Κάνει μια παύση και ύστερα, με ύφος σχεδόν συνωμοτικό ρωτάει: «Εσείς οι δύο… είστε εραστές;»
Ο Ανδρέας ανασηκώνει τα φρύδια του. Δίπλα στην Ντάλια, στον καναπέ, η Ζουμπουλία σταματάει στιγμιαία το σταυροκόπημα για να χτυπήσει το χέρι της στο χερούλι του καναπέ. «Ιιι», κάνει. «Πόσα θα αντέξω σήμερα».
«Σκασμός Ζούμπι», την σταματάει η Ντάλια και ύστερα απευθύνεται ξανά στους δυο τους. «Μην την παρεξηγείται». Πάλι το συνωμοτικό ύφος. «Αλλά να ρωτήσω εγώ τώρα. Πως θα σας φαινόταν η ζωή σαν να γίνει τηλεοπτικό σίριαλ; Ξέρετε, εγώ έχω ένα κανάλι – ».
«Το βραζιλιάνικο;» την διακόπτει ο Φώτης. «Το έχεις ακόμη;»
«Ναι!» του απαντάει η Ντάλια. «Αλλά τελείωσε η σεζόν από τα δάκρυα της Κονσουέλας και δεν ξέρω τι να το κάνω τώρα». Δείχνει προς τον Ανδρέα και το Νίκο. «Μια σειρά με gay δολοφόνους
ξέρετε τι νούμερα θα έκανε;»
«Καθόλου», απαντάει ο Σπύρος. «Επειδή είμαστε στην Ελλάδα».
«Να σας πω!» φωνάζει η Αγγέλα. «Τώρα θα το λύσουμε αυτό; Άλλα θέματα δεν έχουμε να ασχοληθούμε;»
Η Ντάλια κατσουφιάζει. «Εντάξει, καλά», κάνει στην Αγγέλα και ύστερα γυρνάει στον Ανδρέα. «Αλλά μετά – »
«Ντάλια!» Η Αγγέλα χτυπάει το πόδι της στο πάτωμα.
Αυτό κάνει την Ντάλια να μορφάσει κοροϊδευτικά προτού μαζευτεί απότομα κάτω από το επιθετικό βλέμμα που της ρίχνει η Αγγέλα.
«Φώτη, την κάμερα», κάνει η Αγγέλα τελικά, αφού έχει επέλθει ησυχία στο δωμάτιο και ο Φώτης πετάγεται.
«Α, ναι», λέει και σκύβει δίπλα από την καρέκλα του, βγάζοντας μια μηχανή την οποία και ακουμπάει πάνω στο τραπέζι. «Την κάμερα».
«Θα αρχίσουμε κιόλας τα γυρίσματα για το σίριαλ;» ρωτάει ο Ανδρέας περισσότερο για να ελέγξει ποιος θα τολμήσει να του ρίξει κάποιο εκνευρισμένο βλέμμα.
«Χρειαζόμαστε τις καταθέσεις σας», κάνει τελικά ο Σπύρος, σκύβοντας μπροστά, ώστε να ελέγξει αν η κάμερα έχει μπαταρία. Ο Ανδρέας παρακολουθεί την αντανάκλαση από το πράσινο φωτάκι στα γυαλιά του.
«Τις καταθέσεις μας;» ρωτάει.
«Αν, όπως λες, αυτή η ιστορία έχει τελειώσει για σένα και θέλεις να βοηθήσεις, αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος».
«Όταν θα βρούμε και τον πέμπτο δολοφόνο», εξηγεί ο Φώτης. «Θα χρειαστεί να κινηθούμε νομικά εναντίον του πρωθυπουργού της χώρας. Δεν μπορούμε να το κάνουμε αυτό χωρίς αδιάσειστα στοιχεία». Καταπίνει. «Και δεν υπάρχει ισχυρότερο στοιχείο από την κατάθεση των ατόμων που πλήρωσε για να πετύχει τους σκοπούς του».
Πάνω από το τραπέζι, ο Ανδρέας συναντάει το βλέμμα του Σπύρου. Ξέρει τι σκέφτεται: σου είχα πει πως δεν θα σας βοηθήσουμε να γλιτώσετε τη φυλακή. Δίπλα του μπορεί να νιώσει τον Νίκο να μετακινείται. Ξέρει και την δική του απάντηση, την ξέρει τόσο καλά.
«Εντάξει», λέει τελικά ο Ανδρέας. «Δώστε το σήμα και ξεκινάμε».
-
Όταν τελειώνει με την κατάθεση αισθάνεται σαν να έχει χώσει τα δάχτυλα του στις στάχτες. Πήρε τα τελευταία χρόνια της ζωής του και τα ανακάτεψε μέχρι να γίνουν πηλός, να τα σχηματίσει για να κατασκευάσει την ιστορία. Την κατάλληλη ιστορία. Την αλήθεια που θα στείλει τον Παυρινό στη φυλακή. Αισθάνεται λίγο σαν να ανακάτεψε και τα σωθικά του μαζί της, σαν να πήρε ένα κομμάτι του εαυτού του και να το έδωσε μαζί με το βίντεο. Στα τσακίδια, σκέφτεται. Όποιο κομμάτι του εαυτού του συνδέεται με τον Παυρινό είναι ένα κομμάτι που προτιμάει να ξεφορτωθεί μια ώρα αρχύτερα.
Και η αλήθεια είναι πως νιώθει καλά που μίλησε. Νιώθει εντάξει. Είχε περάσει όλη του τη ζωή να κρατάει το στόμα του κλειστό, να ζει τα γεγονότα το ένα μετά το άλλο και να μην μιλάει: να κρατάει μυστικά. Πρώτα για τον πατέρα του, μετά για τις δουλειές του, μετά για τον Παυρινό. Σκέφτεται τον πατέρα του, να σκύβει δίπλα του, να τον κρατάει από το πρόσωπο, ο αντίχειρας πιεσμένος στο μάγουλο του: «Δεν θα μιλήσεις». Και τώρα, επιτέλους, για πρώτη φορά στη ζωή του, μίλησε. Και είναι εντάξει.
Και ύστερα έρχεται η ώρα του Νίκου. Ο Φώτης αλλάζει την κασέτα στην κάμερα όσο η Ντάλια του έχει πιάσει κουβέντα για κάτι, το σίριαλ ίσως ή και κάτι άλλο, ο Ανδρέας δεν ενδιαφέρετε να κρυφακούσει. Πλησιάζει τον Σπύρο που μαζεύει μερικά ποτήρια από το τραπέζι και, χωρίς να τον ρωτήσει, βοηθάει να τα μεταφέρον στην κουζίνα. Καθώς περνάει δίπλα από τον Νίκο του χαμογελάει λίγο, εμψυχωτικά. Στην κουζίνα βάζει τα ποτήρια στον νιπτήρα.
«Δεν έχει άλλα μέσα», λέει στον Σπύρο καθώς ανοίγει το νερό να τρέχει. «Πλένω, σκουπίζεις;»
Ο Σπύρος τον κοιτάει για μια στιγμή καλά-καλά: τα χέρια του κάτω από το νερό, το σακάκι του ξεχασμένο στο σαλόνι και ύστερα παίρνει την πετσέτα που είναι κρεμασμένη στο χερούλι του φούρνου. Γνέφει καταφατικά.
Το νερό είναι χλιαρό και ο Ανδρέας γυρνάει τα δάχτυλα του κάτω από την ροή, παρακολουθώντας το να πιτσιλάει μέσα στο νεροχύτη. Χρησιμοποιούν την ίδια μάρκα σαπούνι, συνειδητοποιεί όταν ρίχνει λίγο στο σφουγγάρι.
«Θέλω να ζητήσω μια χάρη», κάνει καθώς αρχίζει να σαπουνίζει τα ποτήρια
«Ναι;»
Ακουμπάει το πρώτο ποτήρι δίπλα του, ανάποδα. Ο Σπύρος διστάζει μονάχα λίγα δευτερόλεπτα πριν το σηκώσει, να το σκουπίσει.
«Θα ήθελα να αφήσετε τον Νίκο έξω από όλο αυτό».
«Εννοώντας;» κάνει ο Σπύρος, ανασηκώνοντας τα φρύδια.
«Στην κατάθεση σας στην αστυνομία, θα ήθελα να μην συμπεριλαμβάνεται καθόλου ο Νίκος». Ανοίγει τη βρύση. «Να φαίνεται σαν να μην υπήρχε».
«Σου είπα πως δεν θα σας βοηθήσουμε να γλιτώσετε τη φυλακή», κάνει ο Σπύρος και ο Ανδρέας αποφεύγει να τον κοιτάξει. Ξέρει πως αν τον κοιτάξει, θα προσπαθήσει να τον φοβερίσει: με το βλέμμα, τη στάση του σώματος. Δεν θέλει να το κερδίσει με φοβέρες αυτό. Δεν θέλει να προστατέψει τον Νίκο επειδή φοβάται, θέλει να τον προστατέψει επειδή τον αγαπάει.
«Εννοούσες πως δεν θα με βοηθήσετε να γλιτώσω τη φυλακή», τον διορθώνει ο Ανδρέας. «Και δεν θα γλιτώσω τη φυλακή. Σκοπεύω να πάρω και το δικό του φταίξιμο».
«Δεν είναι στραγάλια το φταίξιμο, να το ανταλλάσσεις με τον διπλανό σου».
«Όχι, δεν είναι», συμφωνεί ο Ανδρέας και του αφήνει ακόμη δυο ποτήρια. Έξω από την κουζίνα μπορεί να ακούσει το Νίκο να μιλάει: πρέπει να έχουν αρχίσει την βιντεοσκόπηση. «Αυτή η ιστορία είναι δικό μου φταίξιμο, όμως, όχι δικό του. Δεν παίρνει λεφτά από τον Παυρινό».
«Σε βοηθούσε», του υπενθυμίζει ο Σπύρος και του γυρνάει λίγο την πλάτη, να βάλει τα ποτήρια στο ντουλάπι.
«Πάντα με βοηθάει», του απαντάει ο Ανδρέας και νιώθει τη γροθιά του να σφίγγει. Ο Σπύρος γυρνάει να πάρει το επόμενο ποτήρι και τα βλέμματα του συναντιούνται, για μια στιγμή. «Καταλαβαίνεις τι εννοώ, έτσι δεν είναι;»
Ο Σπύρος τον κοιτάει, μια-δυο στιγμές. Καταπίνει. «Ναι», λέει. «Καταλαβαίνω».
Επιστρέφουν στα ποτήρια. Μέσα στο νεροχύτη έχουν μείνει και μερικά πιάτα, πρέπει να είναι από το μεσημεριανό, ο Ανδρέας τα καθαρίζει και αυτά ούτως ή άλλως και τα περνάει στον Σπύρο που με τη σειρά του τα βάζει στο ντουλάπι.
«Θα πρέπει να αλλάξουμε λίγο την κατάθεση σου», λέει τελικά ο Σπύρος καθώς κλείνει το ντουλάπι και ο Ανδρέας καθαρίζει το νεροχύτη.
«Εντάξει», του απαντάει. Παίρνει την πετσέτα που του προσφέρει και σκουπίζει τα χέρια του.
-
Την επόμενη μέρα συναντιούνται με το Σπύρο για να αλλάξουν μερικά σημεία της κατάθεσης. Δεν δειλιάζει στην ευθύνη του: θα έπαιρνε και δέκα φορές του φταίξιμο για να σιγουρευτεί πως ο Νίκος θα είναι ασφαλής. Δεν είναι δική του μάχη αυτή – όλο αυτό είναι κάτι ανάμεσα στον Ανδρέα και όλες τις δυνάμεις της μοίρας που του έχουν χτυπήσει την πόρτα τον τελευταίο χρόνο. Και. Και. Έχει αρχίσει να πηγαίνει στην εκκλησία πλέον, κάθε Κυριακή με τη μητέρα του, ψάχνει για μια σταθερή δουλειά, σε κάποιο κατάστημα ίσως, κάτι, δεν μπορεί να του το στερήσει αυτό. Όλος αυτός ο κύκλος της ζωής του: από τον πατέρα του, στον Παυρινό, έχει καταστρέψει τόσα πράγματα στο πέρασμα του, δεν θέλει να τον αφήσει να πλησιάσει και το Νίκο.
«Τι θα γίνει τώρα;» ρωτάει τον Σπύρο όταν τελειώνουν, όταν βάζει την κάμερα στη θήκη της.
«Τίποτε», απαντάει ο Σπύρος.
«Τι εννοείς τίποτε;»
«Εννοώ δεν χρειαζόμαστε κάτι άλλο».
«Τι πάει να πει αυτό», κάνει ο Ανδρέας και μετακινείται στην καρέκλα του. «Μπορώ να βοηθήσω ακόμη. Μπορώ – ».
«Όχι», τον διακόπτει ο Σπύρος. «Δεν – » Μορφάζει. «Αυτή η υπόθεση είναι για εμάς τους πέντε. Ζητάμε βοήθεια όταν τη χρειαζόμαστε προφανώς, αλλά στην τελική είναι δική μας ευθύνη». Τον κοιτάει για λίγο, μια στιγμή, η φωνή του λίγο πιο μαλακή. «Υπάρχουν πράγματα που δεν ξέρεις, τα οποία μας δένουν με αυτή την υπόθεση».
«Ναι, αλλά –»
«Πήραμε αυτό που χρειαζόμαστε», κάνει ο Σπύρος σηκώνοντας την τσάντα της κάμερας.
«Την κατάθεση μου».
«Την αλήθεια», τον διορθώνει ο Σπύρος και κουνάει το κεφάλι. «Χρειαζόμασταν την αλήθεια».
Όταν γυρνάει σπίτι, ο Νίκος είναι στον καναπέ και κοιμάται, ήρεμα, η τηλεόραση από πίσω να παίζει χαμηλόφωνα. Από το παντζούρι, ο μεσημεριάτικος ήλιος φωτίζει τον Ανδρέα καθώς ξαπλώνει δίπλα του, ανάμεσα στο σώμα του και στον τοίχο.
«Που ήσουν;» ψιθυρίζει ο Νίκος με νύστα καθώς ο Ανδρέας ρίχνει ένα χέρι γύρω του, πιέζει το πρόσωπο του στην πλάτη του.
«Μια δουλειά», του λέει. «Κοιμήσου». Κλείνει τα μάτια και για μια στιγμή σκέφτεται τον Σπύρο: του είχε δώσει την κασέτα με την κατάθεση του Νίκου, την είχε ακουμπήσει ανάμεσα τους, «Πάρ’την», του είχε πει. Ο Ανδρέας την έχει ακόμη στην τσέπη του παντελονιού του. Και κάτι ακόμη –
Όταν ήταν να φύγει, είχε διστάσει για μια στιγμή, καθώς πίεζε το τσιγάρο του στο τασάκι. «Αναρωτιέμαι», είχε πει, έτσι, να κοιτάει τις στάχτες. «Αναρωτιέμαι αν έχω το δικαίωμα να… να πω πως λυπάμαι». Είχε πιέσει μια ακόμη φορά τη γόπα, καλά, προτού κοιτάξει τον Σπύρο. «Για όλα».
«Εννοείς να ζητήσει συγγνώμη», είχε πει ο Σπύρος, κρατούσε ακόμη τη θήκη της κάμερας στα χέρια του. Ο Ανδρέας είχε γνέψει καταφατικά, αν και – δεν μπορούσε να πει τη λέξη, συγγνώμη, δεν έβγαινε από μέσα του. Ίσως για αυτό να είχε σηκώσει το χέρι, να ακουμπήσει τον ώμο του Σπύρου που ακόμη δίσταζε να του απαντήσει. Κοιτούσε το κενό.
«Καταλαβαίνω», του είπε, σφίγγοντας τον ώμο του. «Ελπίζω να μπορέσω». Ένα θλιμμένο χαμόγελο. «Κάποια στιγμή». Ο Σπύρος του είχε χαμογελάσει.
«Ανδρέα», ακούει τώρα τη φωνή του Νίκου.
«Μμ;» κάνει. Νιώθει τον Νίκο να μετακινείται λίγο, να μπλέκει τα δάχτυλα τους. Τον γειώνει η κίνηση, όπως πάντα: δεν έχει σταματήσει να σκέφτεται το πρωινό, το ύφος του Σπύρου όταν τον αποχαιρέτησε.
«Θέλεις να παντρευτούμε;» τον ρωτάει ο Νίκος. «Όταν τελειώσει όλο αυτό. Όταν – Αν βγούμε από τη φυλακή;»
Ο Ανδρέας χαμογελάει στην μπλούζα του: δεν μπορεί να το σταματήσει, βγαίνει από μέσα του. «Είναι παράνομο», λέει.
Ο Νίκος φιλάει το χέρι του. «Πότε μας σταμάτησε αυτό;»
Νιώθει ένα γέλιο να μαζεύεται μέσα του, να φουντώνει. «Υποτίθεται ότι είμαστε νομοταγής πολίτες πλέον», του κάνει.
«Ηθικοί πολίτες» τον διορθώνει ο Νίκος. Απλώνει το χέρι να πιάσει το τηλεκοντρόλ, κλίνει την τηλεόραση.
Έχει ζήσει ξανά και ξανά τη ζωή τους τις τελευταίες μέρες, τόσο που την σκέφτεται. Έχει δει τον κύκλο της να γυρίζει, να φέρνει βόλτα τη σειρά των γεγονότων και για μια στιγμή, αν κλείσει τα μάτια, μπορεί να την φανταστεί να παρεκκλίνει από το δρόμο της: να φτάνει σε ένα σημείο που είναι ευτυχισμένος. Και είναι ευτυχισμένος αυτές τις μέρες. Περισσότερο από κάθε άλλη φορά στη ζωή του. Ακουμπάει την μπλούζα του Νίκου, εκεί που ανασηκώνεται στις ωμοπλάτες του και σφίγγει την γροθιά του.
«Νίκο», λέει, ψιθυριστά. «Άλλαξα την κατάθεση μου».
Τον νιώθει να σφίγγει το χέρι του.
«Τι;» ρωτάει.
Και ο Ανδρέας κλείνει τα μάτια του. «Κινδύνεψες ήδη αρκετά για μένα», λέει και είναι εντάξει. Νιώθει γαλήνιος.
-
Η ιστορία τελειώνει λίγες μέρες αργότερα. Τον παίρνει τηλέφωνο ο Σπύρος και τον βρίσκει στο αυτοκίνητο, παρκαρισμένο κοντά στα γραφείο του πρωθυπουργού, μερικά λεπτά πριν τη συνάντηση του με τον Παυρινό. Την τελευταία συνάντηση του με τον Παυρινό.
«Τελείωσε», λέει ο Σπύρος από την άλλη άκρη της γραμμής.
«Πως – »
«Ξέρουμε ποιος είναι ο πέμπτος δολοφόνος». Μια ανάσα. «Τελείωσε. Ήθελα να σου πω ότι τελείωσε, σε λίγες μέρες θα βγούμε στον τύπο. Αυτό ήταν».
«Εντάξει», λέει ο Ανδρέας. Αυτό ήταν.
Περίμενε πως θα φοβόταν περισσότερο, πως θα εγκλωβιζόταν στη στιγμή. Το τέλος: τώρα, να’το. Ήρθε. Αλλά νιώθει ελαφρύς. Ίσως επειδή τέλος για εκείνον δεν είναι αυτή η στιγμή, ήταν η επιλογή που πήρε, βδομάδες πριν, όταν γύρισε ο Νίκος στο διαμέρισμα και κάθισε στον καναπέ του. Ίσως το τέλος του να ήταν ακόμη πιο πριν, όταν στάθηκε μπροστά στον Παυρινό, όταν πήρε τις οδηγίες για να δηλητηριάσει τον Σταυριανίδη. Ίσως και ακόμη πιο πριν, όταν άρχισε να δουλεύει για τον Παυρινό. Ή πιο πριν, όταν συμπλήρωσε το πρώτο του συμβόλαιο. Ή, ίσως και ακόμη, το τέλος του να ήταν από την αρχή, όταν η μητέρα του ερωτεύτηκε τον πατέρα του και ύστερα συνέβησαν όλα τα υπόλοιπα. Σε κάθε περίπτωση είχε το χρόνο του να κάνει ειρήνη με το μέλλον, το τέλος δεν τον τρομάζει τόσο πολύ πλέον.
Κλείνει το τηλέφωνο και ύστερα κλείνει την πόρτα του αυτοκινήτου. Έχει μια ακόμη δουλειά να κάνει. Μια τελευταία δουλειά πριν γυρίσει σπίτι. Ο Νίκος τον περιμένει σπίτι.
Το γραφείο του Παυρινού μυρίζει πάντα πούρο, ξύλο και ακριβό αποσμητικό χώρου. Ο Ανδρέας μπαίνει πάντα από την πίσω πόρτα, τόσα χρόνια που δουλεύει για αυτόν δεν έχει χρησιμοποιήσει ποτέ την μπροστινή. Το ίδιο κάνει και τώρα και τον βρίσκει τον Παυρινό καθισμένο όπως πάντα στο γραφείο του, να γυρνάει ένα ποτήρι με ουίσκι στο χέρι. Δεν είναι πολύ επιβλητικός άνθρωπος, δεν γεμίζει ποτέ το δωμάτιο, θα σε ξεγελούσε με την εμφάνιση του αυτός ο άντρας, ο πρωθυπουργός, ο δολοφόνος. Στην ιστορία του μόνο τα χέρια του και η φωνή του ταιριάζουν. Ίσως για αυτό να του θυμίζει τόσο τον πατέρα του.
«Καλώς τον», λέει ο Παυρινός, λίγο ειρωνικά. Δεν έχει χρόνο για αυτά τώρα, ο Ανδρέας, στέκεται όρθιος μπροστά στο γραφείο του, το ένα χέρι στην τσέπη.
Νιώθει καλά, νιώθει εντάξει, νιώθει –
«Παραιτούμαι», λέει. Χωρίς να περιμένει απάντηση. «Από σήμερα σταματάω να δουλεύω για σας».
Ο Παυρινός γελάει λίγο, κουνάει το χέρι σε μια υποτιμητική χειρονομία. Δεν τον έχει πάρει στα σοβαρά.
«Τελείωσε», λέει ο Ανδρέας. Πιο έντονα.
«Το συμβόλαιο σου τελειώνει όταν το πω εγώ», του απαντάει ο Παυρινός, πίνοντας μια γουλιά ουίσκι. Ο Ανδρέας τον παρακολουθεί να καταπίνει.
«Η ιστορία τελείωσε», διευκρινίζει. «Το παιχνίδι».
Τον κοιτάει να σταματάει λίγο, το ποτήρι ακόμη στα χείλη, να γυρνάει το κεφάλι.
«Τι εννοείς;» λέει και υπάρχει κάτι εκεί, κάτι που κάνει τον Ανδρέα να ισιώσει περισσότερο την πλάτη του.
«Έχουν το αρχείο του Σταυριανίδη», λέει. Αμέσως. «Μια συνέντευξη του πατέρα του Πολίτη. Και έχουν επίσης και τη δική μου μαρτυρία».
Ο Παυρινός κοπανάει το χέρι στο τραπέζι. Ένας απότομος γδούπος. Ο Ανδρέας δεν τινάζεται. «Σκάσε!» του λέει ο Παυρινός και ύστερα πρέπει να συνειδητοποιεί την τελευταία πρόταση επειδή σταματάει με το στόμα ελάχιστα ανοιχτό και τον κοιτάει.
«Τους είπα ό,τι ξέρω», λέει ο Ανδρέας. «Τα πάντα. Σε λίγες μέρες όλο το πανελλήνιο θα ξέρει πως – »
«Ηλίθιε!» φωνάζει ο Παυρινός. Περιμένει το ποτήρι με το ουίσκι να έρθει προς το μέρος του αλλά τον προσπερνάει, σκάει στον τοίχο και θρύψαλα απλώνονται σε όλο το πάτωμα. Ο Ανδρέας δεν τσιτώνει, δεν τινάζεται, δεν κουνιέται, το χέρι του είναι ακόμη στην τσέπη. «Συνειδητοποιείς τι έκανες; Συνειδητοποιείς ότι – Πόσο καιρό;» κάνει ο Παυρινός, στα όρια της υστερίας. «Πόσο καιρό δουλεύεις μαζί τους;»
Ο Ανδρέας δεν απαντάει, δεν προλαβαίνει.
«Συνειδητοποιείς ότι θα πας και εσύ φυλακή; Ότι – »
Ο Ανδρέας κάνει ένα βήμα μπροστά. «Ναι», λέει, σταθερά. Τους χωρίζει ένα γραφείο αλλά ο Παυρινός μαζεύεται λίγο. Πως μπορούσε να τον φοβάται τόσο καιρό; Αυτό το ζωύφιο. Αυτό το πλάσμα. Το χέρι του τρέμει πάνω στο γραφείο, το βλέπει. Ακουμπάει και τις δικές του παλάμες στο γραφείο και σκύβει μπροστά, μιλάει χωρίς να σπάσει την οπτική επαφή. «Ήθελα να είμαι εγώ αυτός που θα στο πει. Ήθελα να δω το ύφος στο πρόσωπο σου. Και ξέρεις τι;»
Ο Παυρινός καταπίνει.
«Αξίζει», του κάνει ο Ανδρέας, σφυρίζοντας μέσα από τα δόντια. «Κάθε νύχτα που θα περάσω στη φυλακή την αξίζει».
Για μια στιγμή το βλέμμα του Παυρινού στρίβει προς τα κάτω, προς το συρτάρι στα δεξιά του. Πρέπει να έχει όπλο εκεί αλλά ο Ανδρέας δεν φοβάται – δεν θα το χρησιμοποιήσει. Πολλά διακυβεύονται αυτή τη στιγμή, σε αυτό το δωμάτιο, στο χώρο που απλώνεται μεταξύ τους αλλά νιώθει μια προστασία, μια σιγουριά, κάτι αόρατο είναι με το μέρος του αυτή τη φορά. Βρίσκεται στη σωστή πλευρά της σκακιέρας.
«Τι θέλεις;» ρωτάει τελικά ο Παυρινός, σιγανά. «Περισσότερα λεφτά;»
Αυτό ήταν πάντα: λεφτά. Περισσότερα λεφτά.
«Σας είπα τι ήθελα», απαντάει ο Ανδρέας και ύστερα κάνει ένα βήμα πίσω. Η συζήτηση έχει τελειώσει, το ξέρει. Ρίχνει μια τελευταία ματιά στο δωμάτιο, στο γραφείο, στη μυρωδιά, στην εικόνα του Παυρινού καθώς πέφτει πίσω στην καρέκλα του.
«Γιατί;» τον ρωτάει και δεν έχει ακούσει ποτέ ξανά αυτό τον τόνο στη φωνή του.
Ο Ανδρέας δεν απαντάει, ξέρει πως δεν θα καταλάβει. Όταν είναι να φύγει όμως, φεύγει από την κεντρική πόρτα και αυτή είναι η τελευταία φορά που βλέπει τον Παυρινό.
-
Τον συλλαμβάνουν δέκα μέρες αργότερα. Έρχονται στο σπίτι, που κάθεται με τον Νίκο στο σαλόνι, βλέπουν μια ταινία με τις πιτζάμες και ο Ανδρέας αφήνει τους αστυνομικούς να του περάσουν χειροπέδες χωρίς πολλά-πολλά. Καθώς τον τραβάνε έξω από την πόρτα, ρίχνει μια τελευταία ματιά στο Νίκο: φοράει το παντελόνι που του είναι μικρό στους αστραγάλους. Ήξερε πως θα ερχόταν αυτό – όλο αυτό, η δίκη, η καταδίκη, τα ενοχοποιητικά στοιχεία, οι μπάρες του κελιού, ο Σπύρος του το είχε πει ξεκάθαρα: «Δεν θα παραγραφούν τα εγκλήματα κανενός». Αλλά ξέρει επίσης πως στη δική του ο Νίκος είναι απλώς στο ακροατήριο και πως υπάρχουν ελαφρυντικά στο φάκελο του και πως τα δέκα χρόνια κάθειρξης δεν συγκρίνονται σε τίποτε με την ισόβια που θα είχε φάει αν τα στοιχεία που είχαν δοθεί στη δημοσιότητα ήταν αλλιώς.
Στη λίστα με τις επαφές του, στα άτομα που θα επιτρέπεται να έρχονται να τον βλέπουν βάζει πρώτο-πρώτο το όνομα του Νίκου και ύστερα, χωρίς να το σκεφτεί τόσο πολύ, γράφει και «Σπύρος Δελόγλου» με στρογγυλά γράμματα. Την πρώτη νύχτα στη φυλακή, όταν πέφτει το γενικό σήμα για να κλείσουν τα φώτα, γυρνάει πλευρό στο κρεβάτι του και σκέφτεται τον πατέρα του. Κοιμάται καλά εκείνο το βράδυ.
