Work Text:
Όταν κλείνει μια υπόθεση, ανοίγει μία καινούργια.
Έπρεπε να θυμούνται τον λόγο της παρουσίας τους. Ο Θεός τους είχε στείλει για να ξεδιαλύνουν ένα έγκλημα το οποίο είχε παραγραφεί εδώ και χρόνια. Στην Ίμπιζα, από όλα τα μέρη!
Η Σοφία και η Θεοπούλα είχαν καταχαρεί σαν έμαθαν τα νέα. Παρότι παρουσία της Αμαλίας, δεν δίστασαν να δείξουν την χαρά τους, φορώντας τουριστικά μπλουζάκια και χορεύοντας χτυπώντας παλαμάκια. Η Αμαλία συμμεριζόταν τα αισθήματά τους, μα έπρεπε να δείξει εγκράτεια• ιδίως μπροστά στο αφεντικό της.
Από καιρό - πριν πεθάνουν, να φανταστείτε - συζητούσαν για ενα πιθανό ταξίδι σε αυτό το μαγευτικό Ισπανικό νησί, αλλά τα λεφτά δεν ητανε αρκετά και έτσι, ο πιο μακρινός προορισμός που κατέληξαν ήταν η Μύκονος. Καλή και η Μύκονος, αλλά ήταν εντός των ελληνικών ορίων και πάντοτε επιθυμούσαν να επισκεφθούν μια χώρα στο εξωτερικό, έτσι για αλλαγή, να δουν πως και κατά πόσο διαφέρει από την Ελλάδα.
Και να που τώρα η ευχή τους πραγματοποιήθηκε! Καλά τα λέγανε στην Γη πως στον Παράδεισο, η ψυχή του ανθρώπου γαληνεύει και έχουν την δυνατότητα να απολαύσουν τις επιθυμίες τους.
Η Σοφία ιδίως ήξερε πως οι περιπέτειές τους δεν θα σταματούσαν εκεί και πως θα μάθαιναν πολύ περισσότερα με τον καιρό...
Μια κοπέλα. Ονόματι Τζένη. Μια νεαρή κοπέλα που ζούσε σε ένα απομονωμένο παραθαλάσσιο χωριό είχε εξαφανιστεί πριν από δέκα χρόνια. Όλοι ήξεραν πως ήτανε νεκρή, μολονότι το πτώμα της δεν βρέθηκε ποτέ. Το ήξεραν επειδή την νύχτα πριν την εξαφάνισή της, ορισμένοι ντόπιοι την είχανε δει να μαλώνει με έναν άντρα κοντά στην ηλικία της. Ή μάλλον, τους είχανε ακούσει να μαλώνουν• ο ήχος από τις φωνές τους έφτανε μέχρι την άλλη άκρη της πόλης. Όταν πέρασαν μέρες από την τελευταία φορά που εμφανίστηκε, οι υποψίες των κατοίκων έπεσαν πάνω στον άντρα, ο οποίος ήτανε και αρραβωνιαστικός της. Στην δίκη που πέρασε, ομολόγησε πως την είχε σκοτώσει και πως την είχε θάψει στο δάσος, αλλά όταν του ζητήθηκαν ακριβής συντεταγμένες για την εύρεση του σώματός της, αυτός σώπασε, παρά τις σοβαρές απειλές.
«Οπότε, εμείς τι θα κάνουμε τώρα;» ρώτησε η Σόφη την Αμαλία.
Την συγκεκριμένη ιστορία την είχε ακούσει αρκετές φορές και την είχε αποθηκεύσει καλά στον εγκέφαλό της. Αυτό το έκανε για να βοηθήσει την καλύτερή της φίλη, την Θεοπούλα. Αν η κοινωνία της Ελλάδας ήτανε πιο ανοιχτή στο θέμα της ομοφυλοφιλίας, πιθανότατα να ήτανε και κάτι περισσότερο, μα δεν στάθηκαν τυχερές όσο ζούσαν.
Η δε Θεοπούλα είχε υποστεί πολλά εγκεφαλικά στην προηγούμενη ζωή της, που επηρέασαν την διανοητική αντίληψή της. Η Σόφη δεν ήξερε αν η κατάστασή της είχε βελτιωθεί ή χειροτερέψει με τον θάνατό της, καθώς η απομάκρυνση της Θεοπούλας από τον Παράδεισο επανέφερε όλες τις ασθένειες που συνεπάγονταν, αλλά της άρεσε να παίζει την 'χαζούλα' της παρέας για να την κάνει να αισθάνεται εξυπνότερη.
Εξάλλου, και η Αμαλία δεν έκανε την ελαφρόμυαλη χωριατοπούλα που μιλούσε με τα χαρακτηριστικά 'ν' και 'λ' όταν τους είχε πρωτογνωρίσει;
«Τώρα θα πάμε να πάρουμε πληροφορίες από μία παρέα με την οποία επικοινωνούσε συχνά. Ευτυχώς, είναι Έλληνες και δεν θα έχουμε θέμα με την μετάφραση» εξήγησε για πολλοστή φορά η Αμαλία, συμμεριζόμενη παράλληλα την Θεοπούλα.
Κρυμμένο ανάμεσα σε πεύκα και χαμηλούς λόφους, στο νοτιότερο άκρο της Ίμπιζας, το Ες Κιουμπέλς έμοιαζε περισσότερο με σκηνικό παρά με χωριό. Ένα σύνολο από λευκά σπίτια, τόσο κοντά στο χείλος του γκρεμού έτοιμα να πέσουν στη θάλασσα, και μια εκκλησία να λαμποκοπά στον ήλιο. Η εκκλησία του χωριού ήταν αφιερωμένη στην Παναγία και ήταν απλή, αυστηρή. Χτισμένη από Καρμηλίτες μοναχούς τον 19ο αιώνα, δέσποζε στο άκρο του βράχου, με θέα που έκοβε την ανάσα. Από το προαύλιό της μπορούσε κανείς να δει τη Μεσόγειο να απλώνεται ατελείωτη, γαλάζια, και όταν φυσούσε από τα νότια, ο καθένας μποορούσε να ακούσει ψιθύρους από την Αφρική. Στην πλατεία, κάτω από τον ίσκιο δύο κυπαρισσιών, μερικοί γέροι έπιναν τον καφέ τους αργά, σαν να μην είχαν τίποτα άλλο να κάνουν πέρα απ’ το να μετρούν τους περαστικούς. Η καφετέρια του Μιγκέλ —το μοναδικό μέρος για φαγητό σε ακτίνα πολλών χιλιομέτρων— σέρβιρε απλά πιάτα: φρέσκα ψάρια, ελιές, και τοπικό κρασί με έντονη, μεταλλική γεύση. Η μυρωδιά τους έφτανε μέχρι τα ρουθούνια τους. Πίσω από το χωριό, χωματόδρομοι και παλιές φάρμες — fincas με ξεφτισμένους τοίχους και σκεπές φορτωμένες λειχήνες. Άλλες έρημες, άλλες αγορασμένες από ξένους που ήρθαν για να ξεφύγουν. Από τη ζωή, από τη φήμη, από τον νόμο. Όλοι τους έλεγαν πως ήθελαν απλώς «ηρεμία». Κανείς δεν ρωτούσε περισσότερα. Και πιο κάτω, στο τέλος ενός στενού μονοπατιού, η κρυφή παραλία. Λίγοι την ήξεραν, ακόμα λιγότεροι μπορούσαν να τη βρουν. Καμιά πινακίδα, κανένας δρόμος. Μόνο τα βήματα των ψαράδων και η σιωπή της πέτρας.
Και γι’ αυτό όσοι ήξεραν το Ες Κιουμπέλς, το προτιμούσαν. Επειδή ήταν το ιδανικό μέρος για να ξεσκάσεις και να εκφράσεις τα εσώψυχά σου.
«Σόφη, ξέρεις τι σκεφτόμουνα;» έσπασε κάποια στιγμή την σιωπή η Θεοπούλα.
«Τι;» ρώτησε η Σόφη και έγειρε προς το μέρος της Θεοπούλας για να μιλήσουν πιο σιγανά και να μην τους ακούσουν οι τριγύρω.
«Ότι μπορεί η κοπέλα, η Μένη-»
«Τζένη την λέγανε την κοπέλα, Θεοπούλα. Τα έχουμε ξαναπεί αυτά» την διόρθωσε η Σόφη και αμέσως μετάνιωσε για τον τόνο που είχε χρησιμοποιήσει. Ορισμένες φορές ήταν τόσο αυστηρός που στενοχωρούσε την Θεοπούλα, παρότι αυτή ξεχνουσε μέσα στα επόμενα πέντε λεπτά.
«Ναι, η Τζένη, να μην πέθανε. Μπορεί να το έσκασε»
«Σίγουρα δολοφονήθηκε, Θεοπούλα μου. Για αυτό εξάλλου δεν μας έστειλε εδώ ο Θεός; Για να εξιχνιάσουμε τα αίτια του θανάτου της»
«Και επίσης ποιος θα ήθελε να φύγει από ενα τόσο όμορφο νησί σαν την Ίμπιζα;» πήρε μέρος και η Αμαλία, η οποία κρυφάκουγε όλην αυτήν την ώρα την συζήτησή τους, και άνοιξε δραματικά τα χέρια της, επιδεικνύοντας τον καταγάλανο ουρανό, τους γλάρους που φτεροκοπούσαν και κρόαζαν και τους φοίνικες που πλαισίωναν τους δρόμους.
«Δίκιο έχεις» κατέληξε η Θεοπούλα. «Αυτός είναι παράδεισος. Όχι σαν αυτόν εκεί πάνω. Και τολμάνε να μας τον παρουσιάζουν ως το πιο όμορφο μέρος που μπορεί να καταλήξει κάποιος» έκανε υποτιμητικά.
Η Αμαλία χασκογέλασε. Θαύμαζε τον αυθορμητισμό, την ασυμβατότητα και την γνησιότητα της γριάς γυναίκα και για αυτό απολάμβανε την συντροφιά της. Άμα δεν είχε πεθάνει στο αεροπορικό δυστύχημα και είχε ζήσει ως τα γεράματα, αυτήν την προσωπικότητα θα ήθελε να υιοθετήσει.
«Κοίτα, Θεοπούλα» Αναφώνησε η Σόφη και έδειξε προς έναν ξεφτισμένο κίτρινο τοίχο, όπου ξεφύτρωναν κάτι μικρά μωβ ανθάκια, με πέντε πέταλα το καθένα. «Δεν ειναι πανέμορφα;»
Οι δύο γριές γυναίκες πλησίασαν να τα θαυμάσουν καλύτερα, με την Αμαλία να τους ακολουθεί κατά πόδας.
«Είναι μενεξές» τους ενημέρωσε.
Η Σόφη και η Θεοπούλα έσκυψαν να τα μυρίσουν.
«Για σένα, Θεοπούλα» είπε η Σόφη και έκοψε ένα να το βάλει πίσω από το αφτί της. Αφού βεβαιώθηκε πως είχε σταθεί καλά, έγειρε να της δώσει ένα φιλί στο μάγουλο.
Της άρεσε να δείχνει πράξεις στοργή και αγάπης στον άνθρωπο της ζωής της, μα πάντοτε φρόντιζε να είναι προσεκτική, δεδομένου πως δεν ήξερε τις αντιδράσεις των γύρω της και τι πεποιθήσεις είχαν για τέτοιες εκδηλώσεις.
Η Θεοπούλα άγγιξε το μάγουλο που είχε δεχτεί το φιλί, το οποίο είχε κοκκινίσει, και στη συνέχεια το λουλούδι, προσέχοντας να μην το ρίξει.
«Αχ, Σόφη. Δεν έπρεπε» μουρμούρισε.
«Τι λες, ρε Θεοπούλα μου; Το αξίζεις!» την καθησύχασε η φίλη της με ένα πλατύ χαμόγελο.
«Όχι, αλήθεια δεν έπρεπε» επέμενε η άλλη. «Το ξέρεις πολύ καλά πως το μωβ δεν μου πηγαίνει καθόλου» και με μια απλή κίνηση, το πέταξε αδιάφορα στην άκρη του δρόμου. Ένα δευτερόλεπτο αργότερα, το πάτησε ένας απερίσκεπτος περαστικός. Η γύρη έπεσε και τα πέταλα τσακίστηκαν, χάνοντας μια για πάντα την άλλοτε λιτή ομορφιά τους. «Το κίτρινο από την άλλη» μονολόγησε όταν είδε κάτι αλλά μικρά ανθάκια σε αυτό το χρώμα και κατευθύνθηκε να τα κόψει.
Η Σόφη δεν θίχτηκε. Ήξερε πολύ καλά πως η Θεοπούλα δεν αρνήθηκε την χειρονομία της επειδή δεν εκτιμούσε την ίδια, αλλά επειδή έτσι ήτανε ο χαρακτήρας της. Ήτανε αυθόρμητος άνθρωπος και δεν έκρυβε ποτέ την χαρά, την θλίψη, τις προτιμήσεις της, όσο και ενοχλούσε τους άλλους ο απότομος τρόπος που τους έδειχνε. Την Σόφη, όμως, δεν την ενοχλούσε ποτέ. Εντάξει, όχι και ποτέ, αυτό θα ήτανε ψέμα και υπερβολή, αλλά σπάνια την εκνεύριζαν τα καπρίτσια της.
«Τώρα, αν υπήρχε ένας όμορφος νεαρός να μου το βάλει στο αφτί!» συνέχισε τον μονόλογο η Θεοπούλα, σηκώνοντας ψηλά το άνθος.
«Δεν έχουμε όμορφους νεαρούς, αλλά και εγώ σου κάνω» αναστέναξε η Σόφη και έκατσε δίπλα της να επαναλάβει την ίδια κίνηση.
«Κορίτσια, δεν νομίζετε πως πρέπει να συνεχίσουμε; Αρκετά χρονοτριβίσαμε εδώ» της επανέφερε στην πραγματικότητα η Αμαλία με ένα γελάκι. Η αλήθεια ήταν πως απολάμβανε αυτές τις εκδηλώσεις αγάπης, αλλά είχανε και μια αποστολή να εκτελέσουν και δεν έπρεπε να ξεχαστούν.
Με βαριά καρδιά, σηκώθηκαν να την ακολουθήσουν.
Δεν άργησαν να φτάσουν στον προορισμό τους• ένα φτωχικό μονόροφο σπίτι με άσπρα παράθυρα, κάγκελα, κόκκινα κεραμίδια που δεν διέφερε καθόλου από τα υπόλοιπα του χωριού.
Δυο γκρι γάτες με μωρά λιάζονταν στην σκιά και έγλειφαν τις πατούσες τους, μα μόλις είδαν πως είχαν επισκέψεις, έφυγαν, παίρνοντας και τα μικρά τους μαζί.
Από την σίτα φάνηκαν τέσσερις φυσιογνωμίες• ένας ψηλός μελαχρινοςπου το κεφάλι του έφτανε ίσαμε το ταβάνι και έπρεπε να σκύψει για να τους υποδεχτεί, μια καστανομάλλα με ίσια μύτη, παχιά χείλη και μια ξινίλα στην έκφρασή της, ένας μέτριου αναστήματος άντρας που έμοιαζε να είχε καταγωγή από κάποια σκανδιναβική χώρα - ξανθά μαλλιά, γαλανά διαπεραστικά μάτια και αραιά χαρακτηριστικά - και μια κοντή κοπελίτσα, ίσα που έφτανε το στήθος του ψηλού, με σκούρα μάτια.
«Καλωσορίσατε!» Βγήκε ο ψηλός να τους προϋπαντήσει απλώνοντας τα χέρια. Στο μεταξύ, είχε ξεχάσει να σκύψει και το μέτωπό του κουτούλησε το εξόγκωμα της πόρτας, μα το ξεπέρασε γρήγορα. «Μας είχανε πει πως θα ερχόσασταν σύντομα. Είμαι ο Μάριος»
«Ειμαι η Αμαλία. Χάρηκα» και κούνησαν τα χέρια.
Σειρά είχαν η Σόφη και η Θεοπούλα.
«Έλληνας είστε;» ρώτησε η τελευταία όταν ήρθε η σειρά της να συστηθεί.
«Ναι, όλοι μας» απάντησε ζεστά. «Είχαμε έρθει πριν από δεκαπέντε χρόνια στην Ίμπιζα για διακοπές και μας άρεσε τόσο πολύ, που δεν θέλαμε να φύγουμε. Και από τότε, μείναμε εδώ. Και εσείς Ελληνίδες;»
«Ναι» απάντησε η Αμαλία, ανταποδίδοντας το χαμόγελο.
Η Θεοπούλα έσκυψε στην Σόφη. «Σόφη, είναι μάντης; Πως κατάλαβε ότι είμαστε από την Ελλάδα;»
Η Σόφη δεν απάντησε. Σιγά σιγά βγήκε και η υπόλοιπη παρέα και ήτανε υποχρεωμένη να τους χαιρετήσει.
«Λέανδρος» τους συστήθηκε ο ξανθός.
Το μάτι της Θεοπούλας έλαμψε, κάνοντας την Σόφη να ζηλέψει. Ακόμα και όταν ήτανε μαζί, η Θεοπούλα δεν ξεχνούσε τις παλιές της συνήθειες και ήτανε πάντοτε έτοιμη για νέες κατακτήσεις. Την έσπρωξε να πάψει να βρίσκεται κοντά στο οπτικό της πεδίο και κινήθηκαν στις δύο τελευταίες, την κοντή με τα σκούρα μάτια που αποδείχθηκε πως την λέγανε Ρέα, και την καστανομάλλα που άκουγε στο όνομα Αγνή.
«Να υποθέσω ήσασταν φίλοι της της Τζένης» μπήκε κατευθείαν στο ψητό η Αμαλία.
«Πολύ σωστά» είπε ο Λέανδρος.
«Εεε, όχι και φίλοι της. Απλώς κάναμε παρέα μαζί της» Βιάστηκε να διορθώσει η Αγνή.
«Γιατί δεν έρχεστε μέσα να ξεκουραστείτε και να σας φιλέψουμε και μια βυσινάδα; Με τέτοια ζέστη, σίγουρα την χρειάζεστε» τους προέτρεψε η Ρέα. Παρότι ευγενική, ο τόνος της πρόδιδε την αγανάκτησή της για την αγενής συμπεριφορά της Αγνής, την οποία έσπευσε να καλύψει.
Καμία από τις τρεις δεν το σχολίασε και απλά μπήκανε μέσα, όπως τους είχε προτείνει.
Το σαλόνι ήταν απλό — τοίχοι λευκοί όμοιοι καλοκαιρινό σύννεφο και διακριτικά ξύλινα δοκάρια στην οροφή από πεύκο. Στο κέντρο, ένας χαμηλός ξύλινος καναπές με μπλε και λευκά μαξιλάρια, ραμμένα στο χέρι και στα πόδια του ένα χαλί, λίγο φθαρμένο από τα χρόνια αλλά γεμάτο ιστορίες. Πάνω στο τραπέζι, υπήρχε ένα πήλινο μπολ με ξερά σύκα και αμύγδαλα από την αγορά του Σαν Αντόνιο. Στη γωνιά, μια παλιά ραφιέρα από παλαιωμένο ξύλο κρατούσε ελληνικά και ισπανικα βιβλία. Δίπλα, ένα παλιό ραδιόφωνο, βγαλμένο από την δεκαετία του '80, που έπαιζε τον σταθμό της Μαγιόρκα και μουσικές από φλαμένκο μέχρι Μίκη Θεοδωράκη. Η κουζίνα ήταν ενιαία με το σαλόνι και αποτελούνταν από μπουκαλάκια με παραδοσιακό ελληνικό ελαιόλαδο, πορτοκάλια από τον κήπο και βότανα κρεμασμένα ανάποδα πάνω από τον πάγκο — ρίγανη, θυμάρι, μέντα. Τα πιάτα ήταν όλα χειροποίητα, ζωγραφισμένα με κυκλαδίκά σχέδια.
Η τριάδα κάθισε στον ξεφτισμένο καναπέ, ενώ η Ρέα έτρεξε να τους φέρει βυσινάδα, όπως τους είχε υποσχεθεί.
«Πείτε μας, τι ξέρατε για την Τζένη; Ήταν καλό κορίτσι;» ρώτησε με την σειρά της η Σόφη.
«Από τα καλύτερα! Πολύ άδικο αυτό που της συνέβη! Δεν το άξιζε» είπε ο Μάριος.
«Κανένας δεν αξίζει τέτοια μοίρα, πόσο μάλλον αυτό το γλυκύτατο κορίτσι» είπε η Αμαλία.
«Εεε, όχι και γλυκύτατο. Καλό κουμάσι και αυτή. Ήξερε πως να παίζει θέατρο» είπε η Αγνή.
«Γιατί το λέτε αυτό;» παραξενεύτηκε η Σόφη και γύρισε προς το μέρος της.
«Μην δίνετε σημασία σε αυτά που λέει η Αγνή» Βιάστηκε να ανταποκριθεί ο Μάριος.
Ήταν φανερό πως η παρέα ήξερε κάτι για την συμπεριφορά της Αγνής, την οποία προσπαθούσαν εσκεμμένα να καλύψουν, αλλά οι ηρωίδες δεν μπορούσαν να μαντέψουν τι ακριβώς ήταν αυτό το κάτι.
«Υποψιαζόμαστε πως ο αρραβωνιαστικός της, ο-»
«Ο Δημήτρης»
«Πολύ σωστά, ο Δημήτρης, πιθανότατα να μην ευθύνεται για τον θάνατό της, παρότι ομολόγησε και πήγε και φυλακή» είπε η Αμαλία.
Ο θάνατος μιας κοπέλας, ένας αθώος που πήγε φυλακή... πόσες περισσότερες ομοιότητες να είχε η δική τους υπόθεση με αυτήν του εγγονού της; Η Σόφη χαμογέλασε στην θύμιση του Σπύρου. Άραγε τι να έκανε τώρα; Χαιρότανε που στο τέλος είχε βρει φίλους και ανοίχτηκε, αφού σε όλη την εφηβική και πανεπιστημιακή ζωή του, τον θυμότανε μόνο και απομονωμένο. Βέβαια, είχε στεναχωρηθεί που δεν της έφερε ένα καλό κορίτσι και δεν της άφησε εγγονάκια, άλλα όποιον και ό,τι της έφερνε, αυτή θα ενέγκρινε.
«Πιθανότατα. Ο Δημήτρης ήτανε πολύ καλό παιδί. Πάντοτε γελαστός, πάντοτε πρόσχαρος και ευγενικός και ανοιχτός με τους πάντες. Η ψυχή της παρέας. Δεν φανταζόμασταν ποτέ πως θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο! Ήταν ενάντια στον χαρακτήρα του»
«Τέτοιους άντρες να φοβάστε. Το παίζουν φιλικοί και όταν φτάσουν στα όρια, τότε δείχνουν τον πραγματικό τους χαρακτήρα» σχολίασε η Ρέα, η οποία είχε επιστρέψει από την κουζίνα με τρία ποτήρια βυσινάδας πάνω σε έναν δίσκο.
Το εναπόθεσε στο τραπεζάκι και οι καλεσμένες πήραν από ένα, να την ευχαιστήσουν.
«Και η Τζένη; Πως ήτανε σαν άνθρωπος;»
Μια σκιά νοσταλγίας σκέπασε το πρόσωπο της παρέας.
«Η Τζένη ήταν εσωστρεφής, αλλά καλόκαρδη. Φαινότανε από τις χειρονομίες και από τις πράξεις της. Αγαπούσε πολύ τα παιδιά και πάντοτε τα βοηθούσε οπότε είχανε πρόβλημα. Θυμάστε μια φορά που τα είχε κρύψει στο σπίτι της όταν είχανε κάνει σκασιαρχίο;»
Το τελευταίο προκάλεσε ένα μικρό γελάκι στο σαλόνι.
«Αυτοί οι δύο, η Τζένη και ο Δημήτρης, έμοιαζαν αγαπημένοι;»
«Εκ πρώτης όψεως, αυτήν την εντύπωση έδιναν. Ναι μεν ήτανε αταίριαστοι σαν χαρακτήρες, αλλά αυτό ήτανε που τους ένωνε. Στην αρχή. Ο Δημήτρης δεν την άφηνε από τα μάτια του. Όλο 'αγάπη μου' και 'αγάπη μου'. Κορώνα στο κεφάλι του την είχε»
«Η Τζένη;»
«Η Τζένη δεν τον αγκάλιαζε ούτε τον φιλούσε τοσο συχνά όσο αυτός αυτή, αλλά το δικαιολογούσαμε μέσω του συνεσταλμένου χαρακτήρα της. Πιστεύαμε ότι τον αγαπούσε εξίσου»
«Καλά, η Τζένη μόνο τον Δημήτρη δεν κοιτούσε» μουρμούρισε η Αγνή.
Ακόμη και αν τον κεράτωνε, πάλι δεν της άξιζε ο τρόπος που πέθανε.
«Γιατί; Έβλεπε άλλους;» πετάχτηκε η Θεοπούλα, η οποία δεν είχε μιλήσει καθόλου από τότε που πάτησε το πόδι της εκεί μέσα. «Κρίμα που πέθανε. Θα ήθελα πολύ να την γνωρίσω. Ακούγεται φοβερή κοπέλα!»
Ο Λέανδρος, ο Μάριος και η Ρέα αλληλοκοιτάχτηκαν.
«Όχι άλλους» είπαν στο τέλος διστακτικά. «Μάλλον άλλη-»
«Ποια;»
«Η Δόνα. Την θυμάστε;»
«Καλούλα φαινότανε. Δεν μιλούσαμε και πολύ, γιατί δεν ήξερε αγγλικά, μόνο ισπανικά. Θυμάμαι πως η Τζένη περνούσε περισσότερο χρόνο μαζί της παρά με τον αρραβωνιαστικό της»
«Πόσο σημαντικό ήτανε αυτό το κορίτσι;»
«Ήτανε η καλύτερη της φίλη» εξήγησε ο Μάριος. «Αν και οι κακές γλώσσες λέγανε πως ήτανε και κάτι άλλο-»
Η καρδιά της Σόφης σκίρτησε και ασυναίσθητα κοίταξε προς το μέρος της Θεοπούλας. Πόσες άλλες ομοιότητες με την δικιά τους περίπτωση να υπήρχαν άραγε;
«Ανωμαλάρα ήτανε!» μουρμούρισε η Αγνή. «Το κατάλαβε και ο Δημήτρης και για αυτό την σκότωσε. Ένα κακό λιγότερο!»
Παρότι λιτή, η πρότασή της έριξε μαχαιριά στην καρδιά της. Είχε κουραστεί πια με αυτές τις αναχρονιστικές απόψεις που μόνο κακό προξενούσαν!!
«Αγνή! Συγκρατήσου μπροστά στους καλεσμένους μας!» της έψαλε ο Λέανδρος.
«Και αυτοί την ίδια άποψη με εμένα έχουνε!» αντέτεινε η Αγνή.
Καμία από τις τρεις δεν είχε το θάρρος να της αντιμιλήσει
«Ο Θεός να αναπαύσει την ψυχή της» προσευχήθηκε η Σόφη.
«Να την αναπαύσει; Αφού αυτή θα καίγεται στην Κόλαση!» Αγανάκτησε η Αγνή.
Η Σόφη σήκωσε το βλέμμα της να την κοιτάξει. «Πως είσαι τόσο σίγουρη; Αφού από τις περιγραφές σας, μια χαρά κοπέλα φαινόταν!»
«Επειδή ήτανε λεσβία! Οι γκέι δεν πάνε στον παράδεισο!» είπε με μια έντονη δόση αηδίας.
«Δεν πιστεύω πως έχει σχέση αυτό» αντέτεινε αμυδρώς η Σόφη. «Εγώ πιστεύω πως άμα ο άνθρωπος είναι καλός, πάει στον Παράδεισο, ανεξαρτήτως της σεξουαλικότητάς του»
«Έχει δίκιο η Σόφη. Όντως πάνε! Έχω δει!» είπε η Θεοπούλα παίρνοντας το μέρος της καλύτερης της φίλης.
Κανείς δεν σχολίασε την τελευταία πρόταση της Θεοπούλας.
Βαριά σιωπή απλώθηκε και κανένας δεν τολμούσε να μιλήσει ή να κουνηθεί ή να κάνει έστω κάτι. Η Αγνή δεν ανταποκρίθηκε στα λεγόμενα της Θεοπούλας, παρότι η αντίδραση στο πρόσωπό της μαρτυρούσε το πόσο διαφωνούσε. Οι φίλοι της δεν εναντιώνονταν. Η Σόφη επεξεργαζόταν την συζήτηση, προσπαθώντας βαριά μέσα της να μην κλάψει.
Όπου και αν πήγαινε, παντού συναντούσε ανθρώπους που ήταν ενάντια στον τρόπο ζωής της. Πότε θα μπορούσε επιτέλους να εκφραστεί ελεύθερα, χωρίς να φοβάται τον κοινωνικό αποκλεισμό; Στον Παράδεισο μπορούσε, κανείς δεν την επέπληττε, ούτε καν ο Θεός και ας έλεγαν οι θρησκευόμενοι κάτω πως δεν δεχόταν ομοφυλόφιλους στο Βασίλειό του. Αλλά τα άτομα που ήταν ζωντανά και αναγκάζονταν να τα υπομένουν χωρίς να ξέρουν αν θα καταλήξουν στον Παράδεισο; Αυτά άραγε πόσο να υπέφεραν;
Ή τώρα ή ποτέ!
«Δεν έχει σημασία ποιος αγαπάει ποιον, ο Θεός τους δέχεται όλους στην αγκαλιά του. Για αυτό δεν έστειλε τον Γιο του στην Γη; Για να μεταδώσει αυτό το μήνυμα! Αγαπάτε αλλήλους!» είπε παίρνοντας θάρρος. Όσο περισσότερο μιλούσε, τόσο δυνάμωνε η ένταση της φωνής της.
Την κοίταξε ξάστερα στα μάτια.
Η Αγνή απέτρεψε το βλέμμα της.
«Εεε, όχι και όλους-» έκανε να εναντιωθεί.
«Όλους!» της έκοψε την φόρα η Σόφη. «Αρκεί να είναι καλοί άνθρωποι! Αρκεί να θέλουν να αλλάξουν! Θέλω αυτό να το βάλεις καλά στον μυαλό σου! Είσαι ακόμα νέα και θα ήτανε άδικο να παραμείνεις με αυτήν την εσφαλμένη άποψη για το υπόλοιπο της ζωής σου!»
Η Αμαλία, από την άλλη, δεν ήξερε πως να πράξει. Αισθανόταν πως και η παραμικρή λέξη που θα έβγαζε θα χειροτέρευε την κατάσταση. Στο τέλος, άφησε την ευγένεια να κάνει την δουλειά της.
«Ξέρουμε τι απέγιναν αυτοί οι δύο;»
«Ο Δημήτρης αποφυλακίστηκε πριν από τέσσερα χρόνια και έφυγε από την Ίμπιζα, αλλά δεν ξέρουμε που πήγε. Η Δόνα έφυγε και αυτή και εγκαταστάθηκε στην Μαδρίτη» απάντησε η Ρέα.
Προφανής επιλογή. Υπήρχε καλύτερο μέρος πέρα από μία μεγαλούπολη όπου ο καθένας θα μπορούσε να κρυφτεί και να μην ανησυχεί πως τα άπλυτά του θα έβγαιναν κάποια στιγμή στη φόρα;
«Ευχαριστούμε πολύ για την βοήθεια. Άμα βρούμε περισσότερες πληροφορίες, θα σας ειδοποιήσουμε» τους ευχαρίστησε και σηκώθηκε να τους αποχαιρετήσει. Έδωσε σε όλους ένα εγκάρδιο χαμόγελο εκτός από την Αγνή, όπου απλά αντάλλαξαν λιγοστές λέξεις, έτσι για το τυπικό.
Μαζί της σηκώθηκαν και η Σόφη με την Θεοπούλα.
Λόγω της πραότητας του χαρακτήρα της, η Σόφη δεν θα εκφωνούσε ποτέ την χαρά της που έφευγε από αυτό το σπίτι και δεν χρειαζόταν να υπομένει πλέον αυτήν την ακατάδεχτη Αγνή. Παρά τις προσπάθειες των άλλων, δεν αισθανόταν καθόλου άνετα μαζί τους. Μια ματιά στην Θεοπούλα ήταν αρκετή για να καταλάβει πως και αυτή συμμεριζόταν το ίδιο.
Το βράδυ έπεσε στο μικρό όμορφο χωριό που άκουγε στο όνομα Ες Κιουμπέλς. Ένα απαλό αεράκι φυσούσε, προσπαθώντας να διώξει και τα τελευταία απομεινάρια της αβάσταχτης ζέστης που είχε απομείνει από την δύση του ηλίου. Ο ουρανός ήτανε ασυννέφιαστος και τα αστέρια λαμποκοπούσαν περήφανα εκεί πάνω. Της Σόφης της άρεσε να χαζεύει τα άστρα και να εντοπίζει με την λιγοστή όραση που της είχε απομείνει αστερισμούς. Όταν ανέβηκε στον Παράδεισο, η μυωπία της γιατρεύτηκε, όπως και όλα της τα ιατρικά προβλήματα όσο ζούσε, παρότι η ψυχή της ήτανε το ίδιο γέρικο σώμα στο οποίο είχε πεθάνει. Τώρα, όμως, που βρισκόταν μακριά από την αγκαλιά του Θεού, είχε επανεμφανιστεί. Τουλάχιστον, δεν είχε επανεμφανιστεί και η λευχαιμία• για αυτό ευγνωμονούσε τον Μέγιστο.
Το βλέμμα της, παρόλα αυτά, δεν ήτανε στα αστέρια, αλλά κάτω στις πυγολαμπίδες που πετάριζαν στο δροσερό χορτάρι, δίνοντας χρώμα στο μαύρο φόντο.
Άξαφνα, άκουσε την μπαλκονόπορτα από πίσω της να ανοίγει. Δεν ξαφνιάστηκε, αναγνώρισε αμέσως την Θεοπούλα από τον τρόπο που έσερνε την πόρτα καθώς και από τον βηματισμό της. Έκατσε δίπλα στην Σόφη και παρακολούθησε μαζί της τις πυγολαμπίδες.
«Κοίτα, Θεοπούλα. Είναι η εποχή του ζευγαρώματος. Ψάχνουν το ταίρι τους. Αυτές κάτω στο χορτάρι που δεν πετάνε αλλά φωσφορίζουν είναι θηλυκές, ενώ οι άλλες που πετάνε αρσενικές» την ενημέρωσε και της έδειξε τούτο το εκθαμβωτικό θεάμα. «Δεν ειναι πανέμορφο;»
Η Θεοπούλα έγειρε προς το μέρος της, την έπιασε από το πιγούνι και της έδωσε ένα σκαστό γλυκό φιλί στα χείλη.
«Αυτές μπορεί να ψάχνουν το ταίρι τους, αλλά εγώ έχω βρει ήδη το δικό μου»
Η Σόφη ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο της Θεοπούλας κοιτάζοντάς την όλο αγάπη. Όταν είχε ανέβει στον Παράδεισο και είχε μετά από χρόνια συναντήσει τον συγχωρεμένο άντρα της, αυτός είχε παραξενευτεί που δεν ήθελε να αναζωπυρώσουν τον έρωτά τους όσο ήτανε ζωντανοί. Στο τέλος, είχε αποδεχτεί πως η καρδιά της Σόφης άνηκε στην Θεοπούλα, χωρίς να προκαλέσει μεγάλο θέμα. Η Σόφη ξαφνιάστηκε με την σειρά της με την άμεση έγκριση του πρώην άντρα της, ενθυμούμενη πως σε πολλά πράγματα, διατηρούσε απόψεις της εποχής τους, μα σύντομα κατάλαβε πως σε ένα μέρος που εκτιμούσε την αγαπή, την αλληλεγγύη και την αποδοχή, η νοοτροπία του θα είχε προσαρμοστεί στα συγκεκριμένα δεδομένα.
«Σκέφτεσαι την απογευματινή συζήτηση;» είπε η Σόφη.
Ήταν ηλίθια ερώτηση και το ήξερε• η Θεοπούλα θα την είχε ξεχάσει. Παρόλα αυτά, ήθελε να ξεσπάσει σε κάποιον και η Αμαλία, όσο καλόκαρδη και καταδεχτική και αν ήτανε, δεν μπορούσε να καταλάβει τον φόβο του να ζεις σε μια κοινωνία που καταδίκαζε τον ομοφυλοφιλικό έρωτα.
Τι ειρωνεία! Μια κοινωνία που παρουσιάζει την αγάπη ως την ύστατη αξία να καταγγέλλει ένα συγκεκριμένο είδος αγάπης γιατί δεν συμβιβάδιζε με τα κανονικά δεδομένα.
«Όχι και τόσο» έκανε η Θεοπούλα και σήκωσε αδιάφορα τους ώμους της.
Η Σόφη την κοίταξε παραξενεμένη. Αυτό σήμαινε πως η Θεοπούλα, πέραν των προσδοκιών της, θυμότανε την απογευματινή συζήτηση. Ή είχε αναπλάσει με το μυαλό της μια φανταστική συζήτηση και νόμιζε πως η Σόφη αναφερόταν σε αυτήν.
Από την φίλη και σύντροφό της όλα τα περίμενε.
Πήρε το χέρι της και άρχισε να το χαϊδέυει με απαλές περιστροφές του αντίχειρά της.
«Θεοπούλα, θέλω να ξέρεις πως, ό,τι και να πιστεύουν οι άλλοι για ανθρώπους σαν και εμάς, εγώ δεν θα σταματήσω ποτε να σε αγαπώ. Είσαι το άλλο μισό και το άτομο που επέλεξα να περάσω το υπόλοιπο της αιωνιότητας. Σ'αγαπώ»
Το 'σ'αγαπώ' της το έλεγε κάθε μέρα, αλλά ποτέ πριν δεν είχε προηγηθεί τόσο μακροσκελής και καθησυχαστικός πρόλογος.
Η Θεοπούλα απάντησε το ίδιο. Δεν σχολίασε το πρώτο μέρος. Ίσως επειδή της είχε διαφύγει, ίσως επειδή τον είχε ξεχάσει, ίσως επειδή δεν ήθελε να επικεντρωθεί σε κάτι που την πείραζε. Έτσι ήτανε πάντοτε. Οτιδήποτε δεν της άρεσε, το προσπερνούσε.
Η Σόφη χαμογέλασε. Τα δάχτυλά της έπαψαν να χαϊδεύουν το χέρι της Θεοπούλας. Το έσφιξαν, λες και κυριαρχούσε ο φόβος πως αν το άφηνε, θα έφευγε και η Θεοπούλα μαζί. Μία ακόμη ειρωνεία, καθώς αυτή είχε πεθάνει πρώτη. Τα μάτια της έπαψαν να εστιάζουν στις πυγολαμπίδες και υψώθηκαν στον ουρανό.
«Ίσως σε μια άλλη εποχή, σε έναν άλλον τόπο, η Τζένη να ζούσε ευτυχισμένη με ανθρώπους που θα την αποδέχονταν για αυτό που είναι»
