Actions

Work Header

βάλε έναν καφέ/μια γουλιά να πιούμε,/έστω μια γουλιά,/πριν ξαναχαθούμε

Summary:

Κατά τη διάρκεια μιας βραδιάς ταινιών με τα φαντάσματα, η Μαρίνα κάνει μια αναδρομή στα φοιτητικά της χρόνια...

Notes:

... σας έλειψα;

να διευκρινίσω, αρχικά, πως ο χρόνος όπου λαμβάνουν χώρα τα γεγονότα του "παρά πέντε" δεν είναι τα early 2000's, αλλά μάλλον κάπου στα 2010, διότι δε θα έβγαινε να διαδραματίζεται αυτή η ιστορία στην τρέχουσα δεκαετία, και canonically στις δύο σειρές, η Αγγέλα και η Μαρίνα θα είχαν μάλλον κάποια σηματική διαφορά ηλικίας.

αυτό το φικ ήταν συνδυασμός του: (η Αμαλία + τα φαντάσματα) + (θα ήταν ακραίο πάουερ καπλ η Μαρίνα και η Αγγέλα σε νεαρή ηλικία) + (ο Χάρης + η Αγγέλα + τα Γιάννενα) = ???!!!

και ναι, χατζηγιάννης στον τίτλο- είχα γράψει και τα δύο φικς αρκετά νωρίς, μες στον Ιούλιο, που προλάβαινα, και οι τίτλοι με δυσκόλεψαν ακραία. ελπίζω να μη φάνηκε μέχρι να το πω, χαχα.

αυτά! καλή ανάγνωση εύχομαι!

(See the end of the work for more notes.)

Work Text:

     

Αρχοντικό Παπαρηγοπούλου, σήμερα

 

Τώρα που το σκέφτεται, ίσως η καλύτερη εφεύρεση του ανθρώπου μέχρι στιγμής να είναι το σαββατόβραδο μπροστά από την τηλεόραση με ένα μπολ ποπ κορν στην αγκαλιά.

Βέβαια, σκέφτεται ξανά καθώς βουλιάζει στον καναπέ αναφωνώντας «Ωπαλάκια!», ίσως η αγαπημένη της δραστηριότητα να είναι ένα σημάδι ότι μεγαλώνει. Αρκετά. Ανασηκώνει τους ώμους και τρώει μια μεγάλη μπουκιά από το σνακ.

Δε βαριέσαι.

Τεντώνεται λίγο προς το τραπέζι, ώστε να πιάσει το τηλεχειριστήριο. Όταν ακουμπά πάλι στην πλάτη του καναπέ, αντιλαμβάνεται ότι το σαλόνι έχει γεμίσει από τους… συγκατοίκους της. Αρκείται μόνο σε ένα νεύμα που αναγνωρίζει την ύπαρξή τους, και αυτοί τη μιμούνται.

«Λοιπόν, ποιος έχει σειρά να διαλέξει απόψε;»

Αν την έβλεπε η Μαρίνα του παρελθόντος έτσι χαλαρή, να μην κουνά ούτε βλέφαρο στην ξαφνική κατάληψη του δωματίου, να μην τσακώνεται με τα φαντάσματα για τα όρια και αντ’ αυτού, να προσπαθούν όσο πολιτισμένα γίνεται να δουν κάτι που έχει επιλεχθεί με σχεδόν ομόφωνο τρόπο- νομίζει θα είχε λιποθυμήσει ενώπιον όλων. Ρουθουνίζει στη σκέψη.

«- Ε, τότε τι λέτε για εκείνο το ντοκιμαντέρ για την ελληνική δισκογραφία;» ρωτά ο Παρασκευάς, με τον γνωστό ενθουσιασμό του να ξεχειλίζει στη φωνή του, διακόπτοντας την πορεία της σκέψης της.

Οι απόψεις διίστανται. Έντονα.

Προσπαθούν όσο πολιτισμένα γίνεται- λέξεις-κλειδιά. Η Μαρίνα δεν υπέγραψε ποτέ για κάτι περισσότερο.

«Οκ, οκ! Τον φάγατε τον άνθρωπο!» φωνάζει, αρκετά δυνατά ώστε να ακουστεί μέσα στην οχλαγωγία και να τη διακόψει.

«Μα, ρε μάνα μου, πόσο ντοκιμαντέρ να αντέξει ένας οργανισμός;» αναρωτιέται ο Απόστολος, και ξεφυσά.

Η Καλλιρρόη καγχάζει. Ωχ όχι. «Πρόσεχε μην πάθεις τίποτα από τον χείμαρρο γνώσεων- δεν είσαι και συνηθισμένος» του τη λέει, κερδίζοντας γέλια από τους μισούς.

Προτού ο Απόστολος ξανασκεφτεί καν να ανοίξει το στόμα του για να υπερασπιστεί τον εαυτό του (είναι και απόφοιτος ΕΜΠ, βεβαίως βεβαίως), η Μαρίνα πετάγεται. «Ας επικεντρωθούμε στο θέμα μας, παρακαλώ. Αλλιώς θα σας παρατήσω μόνους σας εδώ- και θα πάρω και το τηλεκοντρόλ μαζί!» τους ψιλο-απειλεί.

Το σαλόνι γεμίζει πνιχτές κραυγές και παρακάλια. Η Μαρίνα χαμογελά, μασουλώντας μια χούφτα ποπ κορν.

Γλυκιά γεύση της νίκης!

Εν τέλει, μετά από κλήρωση ανάμεσα στον Φώσκολο και τον Ε.Τ., κερδίζει μάλλον δικαιωματικά ο εξωγήινος της παρέας. H Μαρίνα ψάχνει στη συλλογή του Χάρη να βρει το δισκάκι για το DVD, αναθέτοντας στον Απόστολο, που θέλει να «ξεσκουριάσει λιγάκι» την ενεργοποίηση της τηλεόρασης. Η οθόνη ανοίγει όσο τα μαλλιά της είναι ακόμα οριακά μπλεγμένα με τις σκονισμένες θήκες, και σχεδόν χτυπά το κεφάλι της από το πόσο γρήγορα πασχίζει να σηκώσει το πρόσωπό της.

Αποκλείεται.

«Τι εκπομπή είναι αυτή;» ρωτά σχεδόν απεγνωσμένα, με τα μάτια της κολλημένα στις φλογερές μπούκλες που καταλαμβάνουν τώρα το πλάνο.

Η Θεοφανία είναι αυτή που απαντά πρώτη. «Α! Είναι ένα μικρό segment» τονίζει περήφανα σε άψογα Αγγλικά, κι η Μαρίνα είναι βέβαιη ότι αν δεν ήταν παγωμένη, θα μπορούσε να τη δει να κοιτάζει με αυτοπεποίθηση τριγύρω «που έχει το MEGA μετά το βραδινό δελτίο ειδήσεων».

Ο Ταγματάρχης μουρμουρίζει επιδοκιμαστικά. «Συζητούν με μια μεγάλη ποικιλία προσώπων, για μια ευρεία γκάμα θεμάτων. Να, αυτή την εβδομάδα, επί παραδείγματι, καλούν εκπροσώπους του χώρου των νέων τεχνολογιών» προσθέτει.

Η Μαρίνα κουνά το κεφάλι της καταφατικά, περισσότερο αργά απ’ ό,τι θα ήθελε. Το ονοματεπώνυμο στο κάτω μέρος της οθόνης την έχει… συνεπάρει.

Αγγελική Ιωακειμίδου. Παρούσα, περισσότερο από ποτέ, με το ίδιο εκτυφλωτικό, ειρωνικό χαμόγελο.

«Σα να δες φάντασμα είσαι, καψερή!» παρατηρεί η Μπήλιω, με λίγα χαχανητά να συνοδεύουν τα λόγια της, τα οποία σύντομα γίνονται όλο και πιο αχνά, ώσπου μετατρέπονται σε ανήσυχα κατάλοιπα της παροδικής ευτυχίας τους. «Καλέ, σταματήστε! Έχει κοκαλώσει στ’ αλήθεια δαύτη!»

Ο Ακέφαλος σέρνει το πάνω μέρος του προς το σημείο όπου είναι ακόμα γονατισμένη, με τον Ε.Τ. στο χέρι. «Μαρίνα, πέθανες;»

Αυτό τη συνεφέρνει απότομα στην πραγματικότητα. Κουνά το κεφάλι της πέρα δώθε. «Φάτε τη γλώσσα σας, βρε!» τους επιπλήττει, και σηκώνεται όρθια.

Κάθεται όσο πιο ατάραχη μπορεί τη δεδομένη στιγμή στον καναπέ. Νιώθει εννιά ζευγάρια μάτια καρφωμένα πάνω της ενώ σκύβει να πάρει το τηλεχειριστήριο ώστε να ρυθμιστεί η τηλεόραση στη θέση του DVD player.

«Τι;» τους ρωτάει όλους απλά, αποχαιρετώντας νοητά την Αγγελική.

Τα φρύδια του Βαγγέλη σμίγουν. «Ξέρεις;»

«Χμ;»

Γυρνά το πρόσωπό της με όση ψυχραιμία της έχει απομείνει, μόνο και μόνο για να έρθει τετ-α-τετ με τον Γεράσιμο.

«Τι σου προκάλεσε τόση αναστάτωση, αγαπημένη μου; Ονόμασέ το μου και θα κάψω και την Τροία για σένα-»

«Ήμαρτον!» φωνάζουν οι υπόλοιποι, με ένα στόμα, μια φωνή.

Η Μαρίνα ξεφυσά. Ρίχνει απαλά το κεφάλι της στο μαξιλάρι, και το γυρίζει αριστερά και δεξιά, παρατηρώντας τα περίεργα μα συνάμα γεμάτα ενδιαφέρον βλέμματά τους.

Ας πάει στα κομμάτια.

«Ο Γεράσιμος έχει δίκιο-»

«-Να γραφτεί στα πρακτικά-»

«-Θα προσποιηθώ πως δεν ένιωσα τη χολή που έσταξες-»

«-Τα προσωπικά σας αφήστε τα για άλλη ώρα! Μιλάει η Μαρίνα!»

«Σε ευχαριστώ, Θεοφανία» λέει, χαμογελώντας στους ανεβασμένους αντίχειρες του φαντάσματος. «Όντως, είμαι αναστατωμένη. Η κοπέλα στην εκπομπή είναι- δηλαδή, ήταν-»

«Ναι;»

Η Μαρίνα κλείνει σφικτά τα μάτια. «Η πρώτη μου σχέση. Όταν ήμουν φοιτήτρια, πριν γνωρίσω τον Χάρη» ξεφουρνίζει.

Μια ηχηρή σιωπή σκεπάζει το κάτω σαλόνι του αρχοντικού. Δεν περιμένει ακραίες αντιδράσεις, από καμία εκ των δύο πιθανότερων εκδοχών. Τόσα χρόνια έχουν συζητήσει με τον καθένα ξεχωριστά και όλοι μαζί… Πολλά πράγματα.

Σίγουρα είχε παραλείψει να μοιραστεί αυτή τη λεπτομέρεια για τον εαυτό της με τους παράξενους συγκατοίκους της, αν κρίνει από τις φάτσες των μισών, τουλάχιστον.

«Κομπλέ, μπρο» ταράζει την ησυχία ο Βαγγέλης. «Τώρα θα δούμε ταινία;»

«Une minute!» τον διακόπτει η Καλλιρρόη, εισπράττοντας αποδοκιμαστικούς ήχους, με ένα αδέσποτο «άντε πάλι» που ακούγεται από τη μεριά της Μπήλιως και του Ταγματάρχη να εκπλήσσει τη Μαρίνα.

«Καλλιρρόη» αποφασίζει να της δώσει τον λόγο, προς απογοήτευση των περισσότερων.

Τα φρύδια της κυρίας επί των τιμών πασχίζουν να παραμείνουν στη θέση τους καθώς μιλά. «Ο Χάρης έχει γνώση επί του… θέματος;» αναρωτιέται.

Με την άκρη του ματιού της, η Μαρίνα παρατηρεί τον Ακέφαλο να έχει τις κόρες του καρφωμένες στο άλλο φάντασμα, σαν να ελέγχει την κάθε της κίνηση και κουβέντα. Κάτι παίζεται εδώ.

«Ναι, το ξέρει- ωστόσο, δε νομίζω να τον αφορά άμεσα να γνωρίζει, με το ζόρι, για τη δική μου ταυτότητα» επισημαίνει η Μαρίνα. «Εγώ επέλεξα να του το πω γιατί είναι ο άνθρωπός μου και τα μοιράζομαι όλα μαζί του».

Η Καλλιρρόη ανοιγοκλείνει τα μάτια μια δυο φορές, προτού καθίσει στην αγαπημένη της πολυθρόνα στη γωνία. «Μάλιστα» λέει απλά.

Η περιοχή ανάμεσα στα φρύδια της Μαρίνας τσαλακώνεται. «Αυτό ήταν όλο; Καμιά άλλη απορία;»

«Όχι» πετάγεται ο Παρασκευάς, κοιτάζοντας τριγύρω. «Θέλω να πω- εμείς σε αγαπάμε, σωστά; Και η αγάπη είναι άνευ όρων» προσθέτει, και το ζεστό του χαμόγελο της προκαλεί θλίψη που δεν είναι εφικτό να τον αγκαλιάσει, όχι για πρώτη φορά.

Οι υπόλοιποι γνέφουν καταφατικά, και η Μαρίνα βάζει την ταινία να παίξει.

«Νομίζω ότι κατσίκα μου η Λαμπρινούλα- δαύτη με τα τρία πόδια, Παρασκευά- είχε ένα νταραβέρι με την άλλη, τη Δημητρούλα, σαν ήσαντε μικρά» λέει η Μπήλιω στο άκυρο, όσο ο Ε.Τ. εκφράζει την επιθυμία του να πάει σπίτι και η Θεοφανία είναι απασχολημένη να πλαντάζει στο κλάμα μαζί με τον- Απόστολο;

«Ενδιαφέρον» ψιθυρίζει η Μαρίνα, ώστε να τη μιμηθεί η άλλη γυναίκα- και να γλιτώσουν από το ατσάλινο βλέμμα της Καλλιρρόης- αλλά της φεύγει ένα ρουθούνισμα όταν της έρχεται μια ξαφνική σκέψη. «Κάποιοι θα λέγανε τη Λαμπρινούλα επικεφαλής της woke agenda» σχολιάζει, αλλά κανείς δεν πιάνει το νόημα ή την ειρωνεία της.

Η βραδιά φτάνει στο τέλος της, και η Μαρίνα καληνυχτίζει έναν έναν τους φίλους της, όσο συμμαζεύει το σαλόνι. Με την άκρη του ματιού της, παρατηρεί τον Γεράσιμο να κοντοστέκεται στην πόρτα.

«Ρίχ’ το».

Ο ποιητής καθαρίζει τον λαιμό του. «Δε νομίζω να σε εγκατέλειψε;»

«Ποιος;»

«Η νεαρά στην τηλεόραση» διευκρινίζει.

Η Μαρίνα χαμογελά αχνά, γνωρίζοντας στο περίπου τι την περιμένει. «Όχι, δεν-»

«-Διότι, εάν συνέβη κάτι ανάλογο, θα κάνω τα αδύνατα δυνατά να την εντοπίσω και να την καλέσω σε-»

«-Γεράσιμε, σε ευχαριστώ, αλλά είναι όλα καλά. Άσε που έχεις και να τα βάλεις με τον Χάρη για κάτι άλλο κάθε μέρα- πόση δουλειά να σου φορτώσει αυτή η τιμή μου πια;» τον ρωτά, και το ύφος του φανερώνει ότι αναλογίζεται πραγματικά αυτά που του επισημαίνει. «Ωραία, πήγαινε για ύπνο τώρα».

«Καληνύχτα, αγαπημένη μου! Θα αλωνίζεις όλη νύχτα στα όνειρά μου!»

«Θα παίρνω ηλεκτρολύτες να μην εξαντληθώ!» φωνάζει πίσω του, αλλά είναι, ευτυχώς, μακριά για να την ακούσει.

Κλείνει το δισκάκι στη θήκη του, και το βάζει στη θέση του. Ο Χάρης της έχει στείλει μήνυμα πως θα αργήσει το ΚΤΕΛ, να μην τον περιμένει άδικα ξύπνια. Σβήνει τα φώτα και ανεβαίνει τη σκάλα προς το υπνοδωμάτιο, γελώντας με αυτά που πήγε να δηλώσει με σθένος ο Γεράσιμος.

Λες και υπάρχει πιθανότητα, σε ολόκληρη την Αττική, να πέσει μούρη με μούρη με την Αγγέλα.

Πλάκα έχει αυτός ο άνθρωπος!

 

Η Αγγέλα βγάζει το πακέτο από την τσέπη στο στήθος της, και το ακουμπά στο γυάλινο τραπεζάκι, ψάχνοντας ταυτόχρονα για τον αναπτήρα της σε όλα τα πιθανά σημεία όπου θα μπορούσε να βρίσκεται πάνω της. Ανοίγει το τσαντάκι της και, επιτέλους, τον εντοπίζει.

Η παρέα της ακολουθεί με τα μάτια της την πορεία των χεριών της όσο προσπαθεί να ανάψει το τσιγάρο της. Της φαίνεται λίγο περίεργο, μέχρι που της σκάει μία σκέψη καταχωνιασμένη δεκαετία ολόκληρη στα άδυτα του μυαλού της.

«Τι βλάκας! Σόρι, ρε- ξέχασα ότι σιχαίνεσαι το κάπνισμα-»

Η Μαρίνα γελά αχνά, και κουνά τα χέρια της κάπως αμήχανα και νευρικά μπροστά της. Η βέρα της λάμπει κάτω από τον καυτό ήλιο του Κέντρου της Αθήνας. «Κάνε ό,τι θες, μην αγχώνεσαι. Συνήθειο, βλέπεις» λέει με απολογητικό ύφος.

Η Αγγέλα δεν προλαβαίνει να δει αν τσαλακώνεται η μύτη της με τον ίδιο τρόπο που έκανε παλιά, γιατί έρχεται η σερβιτόρα με τους καφέδες τους. Φρέντο εσπρέσο σκέτο η Αγγέλα, μέτριο με γάλα αμυγδάλου η Μαρίνα. Όσο τη βλέπει να πίνει μια προσεκτική γουλιά, αναρωτιέται αν πρέπει να χρησιμοποιήσει την παραγγελία της για να σπάσει κάπως τη σιωπή, με κάτι πέρα από την ενοχλητική ψιλοκουβέντα που έχουν πιάσει τόση ώρα.

Βέβαια, το για πες, σου προκαλεί ακόμα μετεωρισμό το αγελαδινό γάλα; μάλλον δεν είναι πολύ διακριτικός τρόπος να κάνει κάτι τέτοιο.

Από την άλλη, τα χρόνια έχουν περάσει, εξωτερικά και εσωτερικά, και νιώθει πως δεν έχουν να πουν και πολλά πια. Η Αγγέλα, τουλάχιστον, δε μοιάζει καθόλου με τη δεκαοκτάχρονη, θυμωμένη με όλους και όλα- εκτός από αυτή τη γλυκιά φοιτήτρια που της πήρε την καρδιά για τόσο όσο κρατά ένα ακαδημαϊκό έτος- εκδοχή της, που δεν είχε αντιμετωπίσει ολόκληρη πρωθυπουργική μαφία, που δεν είχε φάει τόσες ήττες στη Monopoly ή ντόνατς σε άκρως απόρρητες- και καλά- παρακολουθήσεις. Είναι πια μια επιχειρηματίας, που μετατρέπει τον θυμό της σε έργο, που δε θέλει να βρίσει τη μάνα της στο ένα λεπτό όταν μιλάνε στο τηλέφωνο. Το πιο σημαντικό μάλλον είναι ότι, σε αντίθεση με αυτή τη μικρή τύπισσα, που με συμπόνοια μπορεί πια να κοιτάξει, κάθε μέρα τη σκεπάζει μια θερμή αγκαλιά στη μορφή των αγαπημένων της ανθρώπων σε όλον τον κόσμο, ό,τι κι αν συμβεί- κι ό,τι κι αν έχει συμβεί.

Τραβά μια τζούρα από το τσιγάρο της, και όταν αφήνει τον ατμό να βγει από τα χείλη της, θαρρεί πως βλέπει ξανά μπροστά της τις ροζ ανταύγειες, τα παράξενα καπέλα και το πολύχρωμο eyeliner που τόνιζε τις γαλάζιες χάντρες που είναι τώρα στραμμένες προς το πεζοδρόμιο, χασκογελώντας με κάτι πιτσιρίκια που γκρινιάζουν παίζοντας ποδόσφαιρο. Οι πιέτες που δημιουργούνται στο δέρμα της και παραμένουν στην πλειοψηφία τους εκεί όταν τα βλέμματά τους ξανασυναντιούνται την κάνουν να συνειδητοποιήσει ότι δεν είναι μόνο εκείνη που έχει αλλάξει.

Η Μαρίνα ανοίγει το στόμα της να πει κάτι, αλλά τη διακόπτει ο ερχομός της σερβιτόρας.

«Με συγχωρείτε, μπορείτε να με πληρώσετε τώρα, γιατί σε λίγο σχολάω και πρέπει να κλείσω ταμείο;» τις ρωτάει, με μελιστάλαχτη φωνή.

Η Αγγέλα προσπαθεί να μη θυμηθεί τις μέρες της στο σέρβις, για να μη νομίζουν οι άλλες δυο ότι γελάει με την κοπέλα, όσο βγάζει το πορτοφόλι της. Πριν προλάβει να το ανοίξει, όμως, η Μαρίνα δίνει ένα δεκάευρω στην κοπέλα, λέγοντάς της να κρατήσει κάποια από τα ρέστα για πουρμπουάρ. Τα φρύδια της Αγγέλας σμίγουν.

«Μη με κοιτάς έτσι» της λέει η Μαρίνα, μάλλον λίγο παιχνιδιάρικα, όταν η σερβιτόρα κατευθύνεται προς το εσωτερικό του μαγαζιού. «Εγώ έπεσα πάνω σου πριν και σε έριξα στο πεζοδρόμιο. Είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω» εξηγεί.

Η Αγγέλα σηκώνει τα χέρια ψηλά, και σβήνει το τσιγάρο στο τασάκι. «Οκ. Αλλά να ξέρεις, αισθάνομαι άσχημα. Την επόμενη φορά δικά μου» ξεφουρνίζει, και η Μαρίνα χαμογελά, λίγο σφιγμένα ωστόσο.

Ρε μπούφο.

Τα νύχια της Μαρίνας δημιουργούν έναν καινούργιο ρυθμό στο τραπέζι, όσο ξαφνικά αφαιρείται, κοιτάζοντας κάτι πίσω τους αρκετά επίμονα. Η Αγγέλα χτυπά και τα δικά της δάχτυλα στη γυάλινη επιφάνεια, προσπαθώντας να συμβάλλει κάπως ώστε φτιάξουν μια κοινή μελωδία. Η Μαρίνα βγαίνει από τη φούσκα της, και γελάει.

«Με συγχωρείς. Είχα ένα ατύχημα πριν κάποια χρόνια, και το κεφάλι μου δεν έχει συνέλθει πλήρως ακόμα» την πληροφορεί, και η καρδιά της Αγγέλας πέφτει στο στομάχι της.

«Με το αμάξι;» τη ρωτά, και ελπίζει η ανησυχία να είναι ευδιάκριτη στον τόνο της.

Δε θυμάται πολλά από το αυτοκινητιστικό τους με τα παιδιά ούτε από τι ακολούθησε τις μέρες της ανάρρωσης, αλλά ξέρει από πρώτο χέρι πόσο παράξενα μπορεί να φερθεί ο ανθρώπινος εγκέφαλος.

Δεν το αναφέρει.

Η Μαρίνα χαμογελά αχνά. «Όχι, δεν τις κάνω πια τις βλακείες με το αυτοκίνητο- έπεσα από ένα παράθυρο στο σπίτι».

Το βλέμμα της Αγγέλας πέφτει, μάλλον άθελά της, ξανά στη βέρα. Η Μαρίνα το ακολουθεί, και την κοιτά έκπληκτη και ταυτόχρονα με ένα καθησυχαστικό ύφος.

«Όχι! Δε με έσπρωξε ο Χάρης- ο άντρας μου, δηλαδή. Ένα περιστέρι προσπαθούσα να διώξω και μετά- ξύπνησα από ένα κώμα κάτι εβδομάδων» εξηγείται. «Όχι να το παινευτώ, αλλά το έβγαλα κι αυτό από το bucket list» αστειεύεται, κι η Αγγέλα ρουθουνίζει.

Την κοιτάζει να χαμογελά, στρώνοντας τις χρυσές μπούκλες της, και μόνο μία λέξη παλεύει να μη βγει από τα χείλη της αυτή τη στιγμή, για να μη χαλάσει τα πάντα πάλι- αλλά δεν τα καταφέρνει.

«Συγγνώμη».

Το κενό ανάμεσα στα φρύδια της Μαρίνας τσαλακώνεται. «Για ποιο πράγμα-»

«-Που έφυγα χωρίς να δώσω σημεία ζωής. Ήταν μεγάλη μαλακία από μεριάς μου» της λέει, και αρχίζει να παίζει με το βραχιόλι που της έφτιαξαν τα δίδυμα.

«Σε ευχαριστώ. Όμως… Αγγέλα, δεν ήμασταν καν ακόμα μαζί τότε» την καθησυχάζει, κάπως, η Μαρίνα. «Δε μου χρωστούσες κάτι. Αν και…» διστάζει. «Ανησυχούσα. Ήθελα να ξέρω ότι είσαι καλά, έστω και από άλλους. Όταν σε είδα στην τηλεόραση τον περασμένο μήνα-»

Σταματά απότομα. Γυρίζει το κεφάλι της προς τα αριστερά, και οι κόρες της, ενοχλημένες, κάνουν μια αργή στροφή. «Δεν μπορώ να σε βοηθήσω κι εσένα τώρα!» ψιθυρίζει με σθένος στον αέρα, και βάζει το πρόσωπό της ανάμεσα στα χέρια της.

Η Αγγέλα, ενστικτωδώς, πιάνει τον βραχίονά της, απαλά, και διαγράφει κύκλους με τον αντίχειρά της πάνω στο δέρμα της. Το έχει πάρει από την Έλενα κι αυτό, όπως πολλά από τα γλυκά κομμάτια της. Η φωνή της, όταν μιλάει, προσπαθεί να βγει σαν μετάξι. «Μαρίνα μου; Όλα εντάξει;»

Η γυναίκα κατεβάζει αργά και σταθερά τα χέρια της, σηκώνοντας το κεφάλι της για να συναντήσει ξανά το βλέμμα της. «Μια χαρά, απλώς…»

Η Αγγέλα της σκάει ένα πλατύ χαμόγελο. «Δε χρειάζεται, σώπασε. Θες λίγο νερό;»

«Όχι, ευχαριστώ. Πωπω, τι πρέπει να σκέφτεσαι τώρα για μένα» λέει, γελώντας νευρικά για μερικά δευτερόλεπτα, και έπειτα, ξεκλειδώνει το κινητό της. «Θα πάρω τον Χάρη τηλέφωνο να τελειώνει γρήγορα με τα ψώνια, και θα σε αφήσω στην ησυχία σου, και-»

«-Μαρίνα, δεν πειράζει, το χτύπημα-»

«-Να ‘ταν μόνο το χτύπημα!»

Κάποιοι πελάτες στα διπλανά τραπέζια κάνουν να γυρίσουν προς το μέρος τους, αλλά η Αγγέλα τους ρίχνει ένα από τα πιο άγρια βλέμματά της. Η Μαρίνα ρουθουνίζει, και τη μιμείται.

Θυμάται τότε που μοιράζονταν τα ακουστικά της Μαρίνας, σε ένα παγκάκι μπροστά από τη λίμνη, μία από τις σπάνιες στιγμές εκείνου του φθινοπώρου που δεν έριχνε καρέκλες. Οι μπούκλες τους μπλέκονταν εκεί όπου είχε ρίξει το κεφάλι της πάνω στον ώμο της Αγγέλας, η οποία έδιωχνε αμέσως με τα μάτια της όποιον- ακόμα και συγγενή ή παλιό συμμαθητή- σκεφτόταν καν να βγάλει ήχο αποδοκιμασίας.

Δεν ήταν ακόμα επίσημα μαζί τότε, μα η Αγγέλα δε θα ξεχάσει ποτέ πώς η καρδιά της χτυπούσε σαν τα κλαμπατσίμπανα σαββατόβραδο σε παραλιακό μαγαζί όταν η Μαρίνα της είχε φιλήσει το χέρι έξω από την πόρτα του αμφιθεάτρου όπου την είχε συνοδεύσει.

Αυτοί οι πρώτοι έρωτες. Πόσο μελό σε κάνουν!

Η Αγγέλα σκύβει διακριτικά προς τα μπροστά. Προσπαθεί, τέλος πάντων, προτού φάει μια γλίστρα ο αγκώνας της στην άκρη του τραπεζιού και παραλίγο να χάσει την ισορροπία της. Ευτυχώς, η Μαρίνα έχει εκείνη τη στιγμή το βλέμμα καρφωμένο στην είσοδο της καφετέριας, και χάνει το υπερθέαμα.

«Τι εννοείς;» ρωτάει απλά.

Η Μαρίνα ξεφυσάει. «Όχι εδώ» απαντάει.

Έτσι, λίγα λεπτά αργότερα, η Αγγέλα βρίσκεται σε μια άκρη που έχει φάτσα κάθε πιθανή γωνιά στην Πλατεία, και μαθαίνει ότι η κοσμοπλημμύρα είναι ακόμα μεγαλύτερη απ’ ό,τι πίστευε.

 

Η Μαρίνα αισθάνεται ακόμα πιο αμήχανα το τελευταίο μισάωρο. Στοχεύει και στο τελευταίο άκυρο τυπάκι, καταμεσής του σιντριβανιού, με τον δείκτη της, με τα σκισμένα ρούχα, τις μικρές εκδορές και το πλατύ χαμόγελο να φαίνεται πως είναι ευδιάκριτα, και πάλι, μονάχα στα δικά της μάτια- ίσως ευτυχώς, εδώ που τα λέμε. Γυρίζει με μηδενικές πλέον ελπίδες προς το μέρος της Αγγέλας, και λαμβάνει ένα απλό «Τσου», με το ίδιο απολογητικό ύφος που χρωματίζει τόση ώρα τις αποκρίσεις της.

Ξεφυσά, και βυθίζεται αργά στο μικρό σκαλοπάτι πίσω τους. Ωραία τα κατάφερες και σήμερα.

Δεν περνούν λίγα δευτερόλεπτα, και νιώθει την παλάμη της Αγγέλας στον ώμο της. «Ρε συ, δεν πειράζει» προσπαθεί να την καθησυχάσει η άλλη γυναίκα, μάλλον μάταια.

Η Μαρίνα ξεκινά να γελά νευρικά. «Ρεζίλι έγινα» παραδέχεται απλά, αποφεύγοντας το βλέμμα της Αγγέλας.

Εκείνη, όμως, μουρμουρίζει αποδοκιμαστικά, σηκώνει το χέρι της και τη χτυπά φιλικά εκεί που προηγουμένως στηριζόταν, για να της δώσει την απαραίτητη προσοχή. Τα καταφέρνει. Τα φρύδια της Μαρίνας σηκώνονται αυθόρμητα, σαν σε αναμονή.

«Σε πιστεύω» δηλώνει αποφασιστικά η Αγγέλα.

«Έλα μου;»

«Βρε, σε πιστεύω, λέμε!»

Ανοιγοκλείνει τα μάτια της αρκετές φορές, τόσες ώστε να της προσφέρει χρόνο να βγει από κάπου το τηλεοπτικό συνεργείο και το γέλιο κονσέρβα- γιατί αποκλείεται να συνέβη κάτι τέτοιο τόσο γρήγορα, χωρίς άρνηση ή πρόταση για ιατρική επίσκεψη σε κάποιον γνωστό και καλό στη δουλειά του.

Βέβαια, σκέφτεται, τώρα μιλάμε για την Αγγέλα. Δε νομίζει ότι την έχει πιστέψει κάποιος άνθρωπος στη ζωή της τόσο πολύ όσο εκείνη. Είχε έρθει μέχρι και σε εκείνη την αντικειμενικά απαίσια και άψυχη παράσταση του αυθεντικού σεναρίου εκείνου του ψωνισμένου από την ερασιτεχνική θεατρική εβδομάδα όπου είχε γραφτεί η Μαρίνα στο πρώτο έτος. Πρεμιέρα- και μοναδική παρουσία, λόγω «καλλιτεχνικών διαφωνιών»- με δέκα άτομα, και στη μέση όλων, η Αγγέλα, τα φλογερά της μαλλιά και η μεταδοτική της αυτοπεποίθηση.

Έχει ακριβώς το ίδιο θερμό χαμόγελο με εκείνη τη νύχτα. Δεν παίζει η καρδούλα της ντραμς με τον ίδιον τρόπο όπως τότε όταν τα βλέμματά τους συναντιούνται, μα η ευγνωμοσύνη και η ανακούφιση που αισθάνεται η Μαρίνα αυτή τη στιγμή είναι αρκετή ώστε να γεμίσουν τα μάτια της δάκρυα.

«Είπα μαλακία;» αναρωτιέται η Αγγέλα, βγάζοντας ένα πακέτο χαρτομάντιλα από το τσαντάκι της.

Η Μαρίνα, στην προσπάθειά της να σώσει κάτι από την τρεχούμενη μάσκαρα, ταμπονάρει τη μούρη της με το χαρτομάντιλο προσεκτικά. Φυσάει τη μύτη της, απότομα, και κοιτάζει την Αγγέλα κατάματα για μερικά δευτερόλεπτα. Ξεσπούν σε ξαφνικά γέλια.

Άθελά της, έχει σπάσει την αμηχανία. Thats a first.

«Ρε, ποτέ δε θα κερδίσω σε αυτό το πράγμα. Πάντα ασόβαρη!» παραπονιέται η άλλη γυναίκα, και κοπανά το γόνατό της με την παλάμη της.

Κι όμως, μόλις παύουν τα χαχανητά, το πρόσωπο της Αγγέλας σκοτεινιάζει κάπως. «Νομίζω πρέπει να σου πω γιατί σε πιστεύω».

Η Μαρίνα τυλίγει τα δάχτυλά της ανάμεσα στης άλλης γυναίκας. «Δεν είσαι υποχρεωμένη-»

«Όχι» τη διακόπτει η Αγγέλα, σφίγγοντας το χέρι της, και αφήνοντάς τα να διαγράψουν ξανά ξεχωριστή πορεία. «Πρέπει να το πω σε κάποιον εκτός από μας, που θα καταλάβει. Κι εσύ, Μαρίνα, πότε δε με κατάλαβες;»

Της χαμογελά, όσο πιο γλυκά μπορεί. Έχει, ωστόσο, μια απορία.

«Όταν λες ‘μας’;»

 

Μέχρι να έρθει ο άντρας της Μαρίνας για να φύγουν με το αυτοκίνητο, η Αγγέλα της έχει πει όλη την ιστορία με την Αμαλία, αφήνοντας στην απ’ έξω λεπτομέρειες για αποθήκες, γυναικοκτονίες, αιχμαλωσίες σε ράγες, όπλα και βρώμικα πολιτικά παιχνίδια.

Ουσιαστικά, λοιπόν, παραλείπει μεγάλο κομμάτι του όλου πράγματος. Εμπιστεύεται τη Μαρίνα, ναι, αν είναι ακριβώς όπως τη θυμάται. Δεν είναι, ωστόσο, μόνο δικές της όλες αυτές οι στιγμές. Ακόμα και τώρα, δε διακινδυνεύει να μιλήσει σε κανέναν εκτός του στενού τους κύκλου για όλους αυτούς τους σιχαμένους, να γίνουν συνδέσεις με όσα βγήκαν στις ειδήσεις τότε. Δεν το νιώθει σωστό και για τα θύματα.

Περπατούν προς το στενό όπου είναι προσωρινά παρκαρισμένος ο Χάρης. Η Μαρίνα δείχνει σκεφτική, βαδίζοντας με αργό βήμα δίπλα της. Σε κάποια φάση, σπάει επιτέλους τη σιωπή.

«Δηλαδή, αυτή η κοπέλα ήταν κάτι σαν… τον φύλακα-άγγελο- ή όπως θες, πες το, μην κολλάμε στις θρησκείες- που έστειλαν οι δικοί σας;» απορεί.

Η Αγγέλα ξεροκαταπίνει. «Ναι, υποθέτω» παραδέχεται, εν μέρει.

Η Μαρίνα κουνά το κεφάλι της καταφατικά. «Και τώρα, δεν μπορείτε να τη δείτε;»

«Όχι. Όχι πάντα, βασικά. Έρχεται μόνο όταν την έχουμε μεγάλη ανάγκη» εξηγεί η Αγγέλα «χωρίς εμείς να το έχουμε καταλάβει, τις περισσότερες φορές».

Δεν πίστευε ποτέ πως θα ήταν τόσο ευγνώμων για την κίνηση και τη φασαρία που τις πλαισιώνει. Όλο αυτό το χάος και η αδιαφορία των υπόλοιπων περαστικών κάνουν αυτή τη συζήτηση περισσότερο εύκολη απ’ ό,τι θα φανταζόταν ποτέ η Αγγέλα.

«Οκ» λέει απλά η Μαρίνα- σταματά, όμως, ξαφνικά, όταν φτάνουν στο απέναντι πεζοδρόμιο. «Πώς δεν μπορείς να δεις φαντάσματα, τότε;»

Η Αγγέλα σηκώνει τους ώμους της. Ειλικρινά, δεν έχει ιδέα. «Λες απλά να μην τα πρόσεξα ποτέ;» αστειεύεται, κάνοντας τη Μαρίνα να γελάσει.

«Κακόμαθες μάλλον από την Αμαλία- αν δεις αυτούς που έχουμε εμείς σπίτι, θα αλλάξεις γνώμη» της εξηγεί η Μαρίνα, με μια παράξενη, σε άλλους, όχι την Αγγέλα, τρυφερότητα να χρωματίζει τη φωνή της.

Η Αγγέλα θυμάται τη δισκογραφία και τα videoclip, τα καλλιστεία και τα τηλεφωνήματα για τον υποτιθέμενο Βαγγέλη δυο η ώρα το πρωί. Γελάει, πικρόγλυκα. Πού να ‘ξερες, Μαρίνα!

Μισό λεπτό. «Σόρι, είναι πάνω από ένα; Και πού χωράτε όλη η κομπανία;»

Η Μαρίνα σηκώνει τα φρύδια της. «Είναι… ευρύχωρο το σπίτι» λέει, λίγο διστακτικά.

Η Αγγέλα κάνει νόημα με το κεφάλι της προς το κινητό της Μαρίνας. Ώσπου να το ξεκλειδώσει, της περνά από το μυαλό η πρώτη φορά που είδε πού έμενε η Ντάλια. Η Μαρίνα σταματά τις σκέψεις της, βάζοντας την οθόνη μπροστά της. Η Αγγέλα σφυράει, εντυπωσιασμένη.

«Μαλάκα, εφοπλίστρια έγινες;» της βγαίνει αβίαστα, και η Μαρίνα λύνεται στα γέλια.

«Κληρονομιά. Τα πλεονεκτήματα του να είσαι ο μόνος επιζών στο σόι σου!» αστειεύεται, με μια κάποια πικρία, και η γωνία του στόματος της Αγγέλας πηγαίνει λίγο προς τα πάνω. «Η αλήθεια είναι πως είναι πολύ εντάξει. Αν εξαιρέσεις ότι πρέπει να προέρχεσαι όντως από γενιά εφοπλιστών για να το συντηρήσεις» εξηγεί, και η Αγγέλα ξεφυσά ως απάντηση.

Ξεκινούν και πάλι να περπατούν, ενώ η Μαρίνα θυμάται ότι είναι κι αυτή επιχειρηματίας και την πειράζει. Η Αγγέλα τη σπρώχνει παιχνιδιάρικα, και είναι, για μια μονάχα στιγμή, σαν να μην πέρασε μια μέρα από τότε που χαχάνιζαν σαν βλαμμένα στα πέτρινα στενά των Ιωαννίνων.

Φτάνουν στο αμάξι, όσο η Μαρίνα της διηγείται μια τελευταία σύντομη ιστορία με τους παράξενους συγκατοίκους της. Έξω από αυτό περιμένει ένας τυπάς σε ένα τιρκουάζ πουκαμισάκι με ανανάδες που φοράνε γυαλιά ηλίου.

Βρήκε τι δώρο θα πάρει στα επόμενα γενέθλια του Φώτη.

Βγαίνει μπροστά από τη Μαρίνα, και απλώνει το χέρι της. «Εσύ μάλλον είσαι ο Χάρης» του λέει.

Ο άνδρας δείχνει να ξαφνιάζεται, μέχρι που ρίχνει μια ματιά στη Μαρίνα δίπλα της. «Ναι! Χάρηκα».

Λουκάς-Λουκάνικα, προσφέρει αυθόρμητα η ανώριμη μεριά του μυαλού της Αγγέλας.

«Αγγέλα» συστήνεται, και βλέπει τα μάτια του να γουρλώνουν και ένα λίγο χαζοχαρούμενο χαμογελάκι να απλώνεται στα χείλη του.

«Η Αγγέλα; Η γνωστή; Άου, ρε Μαρινάκι-»

Η Αγγέλα ρουθουνίζει με το θέαμα μπροστά της. Καλός τυπάκος φαίνεται, αν και πρέπει να δουλέψει λίγο τη διακριτικότητά του. Σημασία έχει να είναι η Μαρίνα χαρούμενη, και, αν και οριακά του μελάνιασε τον ώμο που τώρα αγκαλιάζει σφικτά με την τρομάρα που πήρε, φαίνεται να είναι.

«Μακάρι να τα γνώριζα αυτά τα τυπάκια, ρε συ. Ακούγονται… ακραία» λέει η Αγγέλα όσο τους αποχαιρετά.

«Κάτσε, λες για τα- Κι εσύ βλέπεις; Ρε παιδιά, τι γίνεται, μόνο εγώ δε βλέπω-»

«Θα χαρούμε πολύ να έρθεις μια μέρα σπίτι μας» τη βεβαιώνει η Μαρίνα, χαϊδεύοντας παρηγορητικά την πλάτη του άντρα της. «Ας ανταλλάξουμε τηλέφωνα, να συνεννοηθούμε. Και μπορείς να φέρεις κι άλλα άτομα, φυσικά. Ακούγονται επίσης ακραία- με την καλή έννοια».

Η Αγγέλα βλέπει το μικρό μπλε αυτοκίνητο να φεύγει ύστερα από λίγο, και σκέφτεται πώς θα πει στα παιδιά γιατί άργησε στο ραντεβού τους.

Ε, θα τσακωθεί λίγο με τη Ζούμπι, θα γκρινιάξει λίγο ο Σπύρος, θα πετάξουν κάτι άσχετο ο Φώτης και η Ντάλια, θα χαχανίζει η Έλενα στη γωνία- θα περάσει η ώρα, και στο τέλος της βραδιάς, πάλι θα αγαπιούνται.

Μπαίνει στο μετρό, και κάνει μια νοητή πρόποση στους παλιούς και νέους φίλους.

 

Μπόνους: Στιγμιότυπο από την επίσκεψη της Αγγέλας στο αρχοντικό, λίγο αργότερα από το σήμερα…

           

Κάποιος της κάνει πλάκα. Πιθανότατα η Αμαλία, κάπου εκεί ψηλά ή σε καμιά Ίμπιζα πάλι. Δεν έχει σημασία. Το θέμα είναι ότι μετανιώνει την ώρα και τη στιγμή που, με κάποιον μαγικό τρόπο, κατάφερε να δει τους παράξενους συγκατοίκους της Μαρίνας και του Χάρη, και άφησε την οικοδέσποινα να ξεναγεί την Έλενα στο υπόλοιπο σπίτι- ένα τουρ που, όπως το κόβει η Αγγέλα, έχει τον ατελείωτο.

Κυρίως επειδή αυτός ο τύπος δεν έχει σταματήσει να της τη μπαίνει από την ώρα που μπήκε στην κουζίνα. Το ποτήρι νερό που της έβαλε ο Χάρης πριν βγει στον κήπο τρέχοντας να φτιάξει κάτι ελαττωματικά μπεκ- που είχε ξεχάσει πριν και θα τα έκαναν όλα έξω μες στη λάσπη σύντομα- στέκεται ακόμα γεμάτο στο ξύλινο τραπέζι.

«-Κι έπειτα, θαρρώ πως εσύ δε συνέθεσες ποτέ σονέτο εμπνευσμένο από τα άστρα στα μάτια της-»

Η Αγγέλα ξεφυσά τόσο δυνατά που- επιτέλους- τον διακόπτει. «Άκου, Μάκη-»

«-Γεράσιμος!»

«Το ίδιο είναι, ντε. Λοιπόν, άκου: σέβομαι την καψούρα σου, αδερφέ, αλλά ως εδώ. Φτάνει με το τι έκανες εσύ, τι έκανα εγώ, τι ήμουνα για σένανε, τι ήσουνα για μένανε, ή δεν ξέρω κι εγώ τι-»

Το υπόλοιπο τραγούδι συμπληρώνει, αφού σκάσει στην κουζίνα σαν… φάντασμα, ο ξεβράκωτος βουλευτής- όπως την πληροφόρησε η Μαρίνα για την πρώην επαγγελματική (και καλά) του ιδιότητα. Προσπαθεί να μην του ρίξει αυτό το επίμονο, έκπληκτο βλέμμα που παλεύει να βγει από μέσα της. Η φάτσα του και αυτή η αναθεματισμένη η γραβάτα της θυμίζει γνωστές μούρες και εποχές που έχουν πια περάσει, δυστυχώς ή ευτυχώς. Και δε φταίει κι ο συγκεκριμένος για τον καλά καλυμμένο φόβο που νιώθει καμιά στον ύπνο της για εκείνες τις μέρες, εδώ που τα λέμε.

Ο ποιητής καθαρίζει τον λαιμό του, διακόπτοντας τις σκέψεις της.

«Τι είναι πάλι;» τον ρωτάει, εξασθενημένη πια από την πολυλογία του.

«Να σου απαγγείλω ένα-»

«Ε, αδερφέ, δεν έχεις τον Θεό σου!» αναφωνεί τελικά, και ο άλλος ανασαίνει κοφτά, σαν να προσβλήθηκε. «Κι εγώ της είχα γράψει τραγούδι, αν θες να ξέρεις!»

«Ωω, αλήθεια;» πετάγεται- μα καλά, από πού έρχονται- η κοπέλα με τα ροζ, βάζοντας τα χέρια της κάτω από το σαγόνι της. «Τι ρομαντικό! Της το τραγούδησες ποτέ;»

Της χαμογελάει σφικτά. Δε θέλει να της χαλάσει τη ζαχαρένια, λέγοντάς της την αλήθεια, ούτε να δώσει την ευχαρίστηση αυτής της βλαμμένης νίκης στον Μάκη. Ήταν πολύ μεθυσμένη, πολύ μόνη της, πολύ ξένη στην Αθήνα, και το επόμενο πρωί δεν έβγαζε κανένας στίχος νόημα. Ούτε από μελωδία έσκιζε.

«Δεν έτυχε» καταλήγει να λέει.

«Εγώ της τα απαγγέλλω όλα!» κοκορεύεται ο άλλος, κι η Αγγέλα γνέφει καταφατικά, και κάνει να σηκωθεί, μπας και ξεφύγει από αυτόν την ανάκριση.

Καθώς περπατά στους διαδρόμους, μη γνωρίζοντας, βασικά, πού ακριβώς πηγαίνει, προσπαθώντας να βρει κάπου την Έλενα ή τη Μαρίνα, παρατηρεί τις προχειροδουλειές στα ηλεκτρολογικά του σπιτιού. Μορφάζει, αλλά αντιστέκεται στην ανάγκη της να τα διορθώσει.

Για να μη χαθεί ή να μην πετύχει κανένα άλλο φάντασμα στον δρόμο της- καλά τυπάκια, γενικά, αλλά της έχει σηκωθεί λίγο η τρίχα κάγκελο με την αδιακρισία τους- αποφασίζει τελικά να βγει στον κήπο, όπου βρίσκει τον Χάρη, κάποια μέτρα μακριά της, με τα ρούχα του βρεγμένα από άκρη σ’ άκρη και μια τρομαγμένη φάτσα που θα την έκανε να γελάσει, αν δεν ήθελε να φανεί αγενής- μετά την τρίτη γνωριμία αυτά. Τα ποτιστήρια λειτουργούν ακόμα ανεξέλεγκτα. Η Αγγέλα σηκώνει τα μανίκια του πουκαμίσου της, πιάνει τα μαλλιά της όπως όπως, και τον πλησιάζει.

«Να βάλω ένα χεράκι;» τον ρωτάει, κι εκείνος την κοιτάζει όλο ευγνωμοσύνη.

Όταν τελειώνουν και με το τελευταίο, κι η Αγγέλα ολοκληρώνει την όλη ιστορία με τον ποιητή, ο Χάρης αρχίζει να γελάει.

«Η Μαρίνα δε μου είχε πει ότι ο ένας την έχει καψουρευτεί!»

«Καλώς ήρθες στο κλαμπ των ανταγωνιστών του Γεράσιμου» της ανακοινώνει ο Χάρης, χτυπώντας τη φιλικά στον ώμο. «Και τώρα τι λες, ρε πατρίδα- πάμε μέσα να βάλω ένα ακόμα καφεδάκι για το ‘ευχαριστώ’;»

Κάποιες ώρες μετά, όταν περπατάνε όλοι μαζί- ζωντανοί και πεθαμένοι- προς το αυτοκίνητο της Έλενας, η Αγγέλα παρατηρεί τη Μαρίνα, που, παρά τη φασαρία και τα σχόλια που ακούγονται ακριβώς πίσω της, δείχνει τόσο ανενόχλητη και ψύχραιμη. Την αγκαλιάζει για να αποχαιρετισθούν, ενώ ο Χάρης με την Έλενα πιο δίπλα, απτόητοι από τις φωνές που δεν τους τρυπάνε τον εγκέφαλο, πειράζουν ο ένας τον άλλον για τον ερχόμενο αγώνα ποδοσφαίρου την Παρασκευή.

«Αχ, να μας ξανάρθετε!»

«Ως εκείνη την ευλογημένη, κατά τ’ άλλα, μέρα, να εργασθείς σκληρά για τη σωστή στάση σώματος που λέγαμε, χρυσή μου-»

«-Αντίο, bros!»

«Εις το επανιδείν! Μην οδηγείτε με σανδάλια, θα-»

«Αντίο, δικές μου! Την άλλη φορά φέρε και τον φίλο σου τον γκατζετάκια μαζί!»

«Και τη Ντάλια! Και-»

«Προσέξτε εκειδανάς, μην έχει ρίξει κείνος ο γρουσούζης ο γείτονας κανά αλάτι στον δρόμο και βρείτε τον μπελά σας-»

«-Αυτή η Ζουμπουλία είναι φίνο γκομενάκι;»

«Ε, δεν τρώγεσαι πια, ρε φίλε!»

«Δεν μιλούν έτσι για μια κυρία, γελοίε πολιτικάντη! Η Αγγελική γνωρίζει σε τι αναφέρομαι, σωστά, Αγγελική;»

Το βλέμμα της Μαρίνας πέφτει στα σηκωμένα φρύδια της Αγγέλας, κοιτάζονται, και αρχίζουν να γελάνε σαν βλαμμένα.

 

Notes:

ελπίζω να σας άρεσε! η (εποικοδομητική) κριτική είναι, φυσικά, παραπάνω από ευπρόσδεκτη.

κάπως έτσι, πριν καλά καλά αρχίσει, τελειώνει η συμβολή μου στο ppsw2026 :(( . μακάρι να μπορούσα να σκαρφιστώ κάτι ακόμα, αλλά οι άυλοι πόροι λιγόστεψαν, #φιλαράκιαμουδυστυχώς.

ευχαριστώ από καρδίας το άτομο που διοργανώνει αυτά τα υπέροχα fandom events. το μεράκι σου δεν πάει χαμένο, να το ξέρεις. <3333

να προσέχετε! καλό υπόλοιπο καλοκαιριού!

υ.γ. publication date: 15/08/2026, απλά το είχα ντραφτς, λολ.